Τι έγραψαν άλλοι για μένα

Tο πουπήγιο και το κοτευγάρι 

του Γιάννη Χάρη

ΤΑ ΝΕΑ, 29/04/2005

Για τα «παιδιόπλαστα» ξενυχτώνει και ξεβράχηκα έγραφα στην περασμένη επιφυλλίδα, και έδενα το νήμα με παραγωγές ανάλογης γλωσσικής φρεσκάδας, κάποτε και αθωότητας, αλλά από χείλη πονηρά πλέον λόγω ηλικίας, εννοείται. Ήταν από το βιβλίο του Λύο Καλοβυρνά, Πλαθολόγιο λέξεων: H λέξη που ψάχνατε και δεν βρίσκατε..., που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Οξύ το 1999 και «νέο, βελτιωμένο, με μπλε και γκρενά λέξεις» το 2003, 110 σελ.

Για πρόγευση έδινα τον σταλεγάκια, αυτόν που σου επισημαίνει κάποιο σου λάθος και ρίχνει αλάτι στην πληγή με το εκνευριστικό «Σ' τα 'λεγα εγώ!», και την καθεπερσία, τη μεμψίμοιρη τάση των ηλικιωμένων να εξωραΐζουν το χτες απέναντι στο ανυπόφορο τώρα των νεοτέρων. Μαζί με το σημερινό προλογικό ξεξαπλώνω ξεκινώ από τα περισσότερο προφανή κι ωστόσο πάντα ευρηματικά.

Αλλά τι είναι το ξεξαπλώνω: ρήμα αμετάβατο, που δηλώνει «κάτι που έχεις ξεχάσει να κάνεις αφού πέσεις στο κρεβάτι και που σημαίνει ότι πρέπει να ξανασηκωθείς, π.χ. να κλείσεις το φως στην κουζίνα [...]».

Διότι «υπάρχουν [...] έννοιες που ακόμα δεν ξέρουμε ότι υπάρχουν, και άρα δεν γνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε λέξεις να τις κατονομάσουμε και να τις περιγράψουμε. Θα αντιπαρέλθει κανείς ότι, αφού δεν υπάρχουν λέξεις γι' αυτές, τότε δεν υπάρχουν και έννοιες. Εκ του μηδενός τι θα παραχθεί; Πλάνες και μύθοι. Κατόπιν σοβαρής και ενδελεχούς έρευνας μερικών ωρών ανακαλύφθηκε πληθώρα εννοιών σε κοινή καθημερινή χρήση που χρήζουν ονοματοθεσίας...» Αυτά μας λέει με το υποδόριο χιούμορ του ο Λ.K., σ' έναν πεντασέλιδο πρόλογο, όπου σε τρεις μόλις σελίδες δίνει με απαράμιλλη πυκνότητα αλλά και με ανάλαφρο, παιγνιώδες ύφος τα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας για τη δημιουργία και την πορεία των λέξεων.

Κάτω απ' το μικροσκόπιο μας βάζει και μας παρατηρεί με ιδιαίτερη οξυδέρκεια ο Λ.K., ψυχρός ανατόμος που μελετά την καθημερινή ζωή και συμπεριφορά, και αναδεικνύει λεπτομέρειες και αποχρώσεις οι οποίες ακούγεται παραδοξολογία βοούν κι ωστόσο σχεδόν ποτέ δεν τις βλέπουμε, δεν τις συνειδητοποιούμε, ώστε να τις ονοματίσουμε κιόλας. Αυτό κάνει, άλλοτε τρυφερά άλλοτε ανελέητα ο K., σε όλους τους τόνους της ειρωνείας και του σαρκασμού, από τον λεπτότερο και ανεπαίσθητο, ιδίως στα σουρεαλιστικότερα «ευρήματά» του, ώς τον προκλητικά κραυγαλέο. Και είναι πλούσια η σοδειά, 373 λήμματα, το καθένα με τον ορισμό του, πολλά και με κάποιο παράδειγμα.

Αρκετά είναι σχετικώς προφανή, όπως είπα στην αρχή, και ευανάγνωστα• τέτοια είναι και το βρομιλί ή το πλυντηρί χρώμα, ή το ξανθεμετί, το στανικά ξανθό στο μαλλί των μελαχρινών, το ρήμα γησμαδιώ, το στιλ διακόσμησης λουί σκατόρζ, όταν παντρεύεται άσχετα το κλασικό με το μοντέρνο, και η αχβαχία: «το να αναστενάζεις και να ξεφυσάς επιδεικτικά ώστε να προσέξει κάποιος τη δυσφορία σου και να σε ρωτήσει τι έχεις».

Λογοπαικτικά ηχούν και οι κιτριτάτες, οι τόσο αφύσικα, τεχνητά κίτρινες προτηγανισμένες πατάτες των εστιατορίων, «που οδηγείσαι να πιστέψεις ότι μάλλον έχουν κατασκευαστεί από ψόφια καναρίνια, ανακυκλωμένες λεμονόκουπες...», αφού «και η γεύση τους μόνο πατάτα δεν θυμίζει», ή οι χαλιαμάτες, «οι ντομάτες μόνο κατ' όνομα, χρώμα και σχήμα». H δωραηδία, δώρα συγγενών ή μη στενών φίλων που δεν ξέρουν τα γούστα σου, το χωριστρίδιο, «το κατοικίδιο ζώο το οποίο καταφέρνει να σε χωρίσει από τον γκόμενο ή την γκόμενά σου...» H δολιοκλωστή, «η ύπουλη κλωστούλα που κρέμεται από κάποιο είδος ρουχισμού και που μόλις τραβάς για να την κόψεις καταλήγεις να ξηλώσεις το μισό ρούχο», και το οργισμένο ζαρχίδης, «αυτός που κουνά τα ζάρια για 3 λεπτά, τα φυσά, τα ευλογεί, τους κάνει τρισάγιο κ.ά., εκνευρίζοντας μέχρι φόνου ή αυτοκτονίας τους συμπαίκτες του...»

Περισσότερο σαρκαστικό παρά οργισμένο ακούγεται το σε ανύποπτο χρόνο γραμμένο βλητόδουλοι: «αμετροεπείς θρησκευτικοί ταγοί που καπηλεύονται το όνομα των πεφωτισμένων ιδρυτών θρησκειών με αποκλειστικό στόχο την αυτοπροβολή, καλύτερα ρούχα, διακοπές σε ιδιωτικά γιοτ, και φυσικά την καταπίεση και τον εκφοβισμό όλων όσων αποκλίνουν έστω και οριακά από το μύθευμα του χρηστού μέσου όρου. Σύμφωνα με την ιατρική βιβλιογραφία, τα αίτια αυτής της [...] συμπεριφοράς είναι ότι όταν ήταν μικροί κανένα παιδάκι δεν ήθελε να παίξει μαζί τους γιατρό και νοσοκόμα. Οι πληροφορίες για απωθημένο με την Bibi Bo παραμένουν ανεξακρίβωτες. Συνώνυμο: ορχιερείς».

Γενικότερα δεν λείπει η κοινωνική κριτική, όπως ο συγκινητισμός, «ο ανταγωνισμός που αναπτύσσεται όταν όλοι βγάζουν τα κινητά τους κι αρχίζουν να συναγωνίζονται ποιανού είναι πιο μικρό, [...] ποιο παίζει όχι μόνο τη Μικρή Νυχτερινή Μουσική αλλά και ολόκληρη τη δεύτερη πράξη από το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν...», ο κινηπανικός, «ο ψιλοπανικός που πιάνει πολλούς κατόχους κινητών τηλεφώνων όταν ακούνε κάποιο κινητό να κουδουνίζει και ψάχνονται να δουν αν είναι το δικό τους», και ο κινηπιδειξίας, «ο άνθρωπος που καταργεί το εν οίκω ου εν δήμω και μιλά με στεντόρεια φωνή σε δημόσιους χώρους για προσωπικά του θέματα».

Και η τζιπηγένεια, «η νεοεμφανισθείσα συνομοταξία πλασμάτων που κυκλοφορούν μόνο σε ολιγομελείς ομάδες και απαρτίζονται πάντοτε από: 1 άντρα με τουπέ, 1 γυναίκα απαραιτήτως ξανθιά, επίσης με τουπέ, μικρή ποικιλία παιδιών, 1 τζιποειδές τροχοφόρο με κίνηση 4x4. Τα πλάσματα αυτά πολλαπλασιάζονται επικινδύνως και ενδημούν σε εύκρατα κλίματα, ειδικά δε σε ήσυχα και σχετικά άσπιλα μέρη της φύσης, τα οποία φυσικά παύουν να είναι ήσυχα και άσπιλα μόλις ενσκήψουν οι τζιπηγένειες. Ας τονιστεί ότι στις τζιπηγένειες τα πόδια είναι διακοσμητικά και δεν λειτουργούν. Γι' αυτό οι καημένες πρέπει να πηγαίνουν ώς την άκρη της λίμνης, της θάλασσας, του βουνού με το τζιποειδές του-του τους».

Φοβάμαι όμως πως ο ίδιος ο πλαθολόγος δεν θα δεχόταν τέτοιες ετικέτες, περί «κοινωνικής κριτικής», οι οποίες αφήνουν απέξω το λεπτεπίλεπτο και ανατρεπτικό χιούμορ του.

 


 

Η ιδιότυπη λογοτεχνία του Καλοβυρνά

Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/01/2005

Διάλογοι σχεδόν κινηματογραφικοί. Παιδική γραφή. Μια περίεργη χαρτογράφηση του εγκεφάλου και των συναισθημάτων. Εικαστική απεικόνιση του λόγου. Κατάλογοι με τα υπέρ και τα κατά μιας ερωτικής σχέσης. Και ένας επίλογος με δύο διαφορετικές εκδοχές έκβασης της ιστορίας. Δηλαδή; Η λογοτεχνία είναι πάντα πολύ προσωπική αλλά στην περίπτωση του Λύο Καλοβυρνά είναι και πολύ ιδιότυπη.

Η «Αστάρτη» του (εκδόσεις «Μεταίχμιο»), το μυθιστόρημα που αυτοπροσδιορίζεται ως «οικογενειακή γεωγραφία» και έχει ως κεντρική ηρωίδα ένα 7χρονο κοριτσάκι με δύο εμμονές, τα άλματα από μεγάλο ύψος και τα χαρούμενα ουρλιαχτά, συνδυάζει όλα αυτά τα στοιχεία που την κάνουν, μέχρι το ήμισυ του βιβλίου, ένα εξαιρετικά παιχνιδιάρικο ανάγνωσμα. Μόλις όμως ο αναγνώστης χαλαρώνει πιστεύοντας ότι ταξιδεύει στα «πελάγη της παιδικής σκανταλιάς» το κλίμα αλλάζει: η «Αστάρτη» είναι το άγριο, σκληρό, κοφτερό μυθιστόρημα ενός ανθρώπου που έχει «παίξει» με τη λογοτεχνική γλώσσα και τους αναγνώστες άλλες δύο φορές. Οταν εξέδωσε το «Πλαθολόγιο Λέξεων», ένα λεξικό που μέσω χιουμοριστικών, προσωπικών νεολογισμών ασκεί οξεία κοινωνική κριτική, και όταν παρουσίασε το μυθιστόρημα «Πέφτω».
Το όνομα του Καλοβυρνά βέβαια μας είναι οικείο και για άλλους λόγους. Ενας είναι ότι πρόκειται για τον μεταφραστή των βιβλίων «Ωρες» του Μ. Κάνιγχαμ, «Ιστορία της Ανάγνωσης» του Αλ. Μανγκέλ, «Τα Χειρόγραφα του Πλάτωνα» του Π. Ακρόιντ κ.ά. Ενας άλλος ότι πρόκειται για ένα δραστήριο μέλος του αγώνα κατά του AIDS στην Ελλάδα. Κι ένας τρίτος είναι η ιδιότητα του διευθυντή έκδοσης του «10%», ενός γκέι περιοδικού που δεν απευθύνεται όμως μόνον σε γκέι, αλλά, όπως λέει ο ίδιος, «σε όσους σκέφτονται έξω από κουτάκια: όλοι βρισκόμαστε στην ίδια βάρκα κι όταν καταπιέζονται τα δικαιώματα της μιας ομάδας είναι θέμα χρόνου να καταπιεστούν κι αυτά της άλλης».

Γεννημένος στην Αθήνα, ο 34χρονος σήμερα Καλοβυρνάς σπούδασε μετάφραση στο Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας, έζησε κάποια χρόνια στην Αγγλία και στη Δανία, έκανε ψυχανάλυση και άρχισε να γράφει ακολουθώντας μια διαδικασία αντιστρόφως ανάλογη από αυτή που ακολουθεί μεταφράζοντας. «Στη μετάφραση», εξηγεί ο ίδιος, «σέβομαι απολύτως το πρωτότυπο. Οταν γράφω εγώ, ξεκινάω χωρίς να ξέρω πού οδηγούμαι. Δεν θεωρώ ότι ορίζω τη μοίρα των ηρώων μου: κάνουν συχνά πράγματα με τα οποία εγώ διαφωνώ. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις που η έκβαση με δυσαρεστεί. Οταν η μικρή Αστάρτη απήχθη από αγνώστους κόλλησα για καιρό: δεν είχα πρόθεση να εξελιχθεί το βιβλίο μου σε αστυνομικό μυθιστόρημα...».

Ούτε και εξελίσσεται σε τέτοιο το μυθιστόρημα του Καλοβυρνά, που υπαινίσσεται μια ανατριχιαστική εγκληματική πράξη (την παιδεραστία) για να φέρει στα άκρα και να εξετάσει σε βάθος τη σύγχρονη οικογενειακή δομή.

Η «θητεία» του συγγραφέα στην ψυχανάλυση είναι εμφανής: από τα πρώτα κεφάλαια όπου τίποτε δεν μας προετοιμάζει για ό,τι τραγικό θα ακολουθήσει μέχρι τα τελευταία, όλα αυτά τα λογοτεχνικά του «παιχνίδια» δεν είναι τελικά παρά ένα ψυχαναλυτικό «νυστέρι» στη σκέψη και τις επιλογές ενός μοντέρνου ζευγαριού. Ακόμα και στην περίπτωση των δύο απαγωγέων και παιδεραστών, ο Καλοβυρνάς δεν αποσύρει την ψυχαναλυτική του ματιά. «Ναι, υπάρχουν μερικά στοιχεία που προσφέρουν μια αιτιολογία της πράξης τους αλλά φυσικά καμία δικαιολόγηση», εξηγεί.

Στα βάθη της ανθρώπινης σκέψης βουτά και με το επόμενο, υπό έκδοση, βιβλίο του. Πρόκειται για Συνταγές Θεογονίας, κατασκευής δηλαδή των δικών μας θεών. Ο ίδιος έχει κατασκευάσει τον δικό του; «Οχι ακόμα», απαντά. «Ισως γιατί βασανίζομαι πολύ από τους υπάρχοντες...».

 


 

Κι όμως, υπάρχει λήμμα

www.mpakouros.net

Είναι τόσες φορές που το έχεις εδώ, στην άκρη της γλώσσας σου. Είσαι σίγουρος ότι υπάρχει αυτή η λέξη και την έχεις χρησιμοποιήσει στο παρελθόν ή την έχεις ακούσει στην τηλεόραση ή μπορεί να ήταν και σε κάποιο βιβλίο. Απελπίζεσαι και το πας περιγραφικά.

Υπήρχε όμως αυτή λέξη, αυτή η περιγραφή που προσπαθούσες εκείνη τη στιγμή να την ξεστομίσεις σε μερικούς φθόγγους; Μήπως έψαχνες τσάμπα κι όλα ήταν αποκύημα της φαντασίας σου;

Την απάντηση έρχεται να δώσει το "Πλαθολόγιο λέξεων" του Λύο Καλοβυρνά από τις εκδόσεις Οξύ. Είναι ιδιοφυές, τοποθετημένο στην απολαυστικότερη πτυχή της ελληνικής έκδοσης φιλοσοφίας και στοχασμού, εμπλουτισμένο με την άλλοτε γκρίνια άλλοτε αμέριστα δικαιολογημένη διαμαρτυρία, μα με την μόνιμη παρουσία της τάσης κάθε Έλληνα: να προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό αυτού του βιβλίου είναι ότι κάνει αυτό που απειλεί ότι θα κάνει και φροντίζει να σ'αφήσει με το στόμα ανοιχτό εξαιτίας της τόσο πετυχημένης επιλογής του. Κάθε μια λέξη που διαβάζεις, σου λύνεται και μια απορία που κουβαλούσες απ'το δημοτικό: "Πώς διάολο το λένε αυτό;"

 


 

Αστάρτη – Οικογενειακή γεωγραφία

Η Κυριακάτικη Αυγή, 21 Δεκεμβρίου 2003

της Λήδας Καζαντζάκη, ιστορικού τέχνης

Το νέο βιβλίο του Λύο Καλοβυρνά, το δεύτερό του πόνημα, ανήκει στα δείγματα γραφής που αξίζει να μνημονεύσουμε. Όχι μόνο γιατί ο Καλοβυρνάς κινείται στο επικίνδυνα ολισθηρό έδαφος, για έναν νέο συγγραφέα, του ζητήματος της παιδεραστίας, με την προσοχή και τη λεπτότητα που αυτό απαιτεί. Αλλά προ πάντων γιατί η γραφή του, η αντιπαράθεσή του με τη γλώσσα, φανερώνει την τόλμη του να πειραματισθεί, να εκτεθεί, να βγει από τα συμβατικά όρια της αφήγησης.

Είναι η ιστορία ενός επτάχρονου κοριτσιού που από το προστατευμένο οικογενειακό περιβάλλον βρίσκεται ξαφνικά εγκλωβισμένο στα δίχτυα μιας σπείρας διακίνησης παιδεραστικού υλικού, άψυχου και έμψυχου.

Ξεκινά με την περιγραφή των ιδιαίτερων ικανοτήτων της μικρής ηρωίδας που υπερβαίνουν το φυσικό – τη συνήθεια να πηδά από το μπαλκόνι της γιαγιάς και τον μαντρότοιχο του σχολείου και να φωνάζει με την ένταση του μικρού Όσκαρ του Τενεκεδένιου ταμπούρλου – και τελειώνει με τη χρησιμοποίησή τους ως μοναδικών μέσων διαφυγής από την εφιαλτική περιπέτεια στην οποία εμπλέκεται. Έτσι κλείνει ο κύκλος.

Ενδιάμεσα καταγράφεται σε στιγμιότυπα ο ανθρώπινος περίγυρός της, η γεωγραφία της, που παρεκκλίνει από τα συνήθη πρότυπα, η μηχανόβια αισθησιακή μαμά, πρώην ακτιβίστρια στη διάσωση της θαλάσσιας χελώνας, που ασχολείται με την υποβρύχια αρχαιολογία, ο μπαμπάς, ένας γητευτής των γυναικών που έγινε για χάρη κάποιας άλλης προηγούμενης σχέσης του καθηγητής πανεπιστημίου, ο ομοφυλόφιλος φίλος της μαμάς, η γιαγιά Γιάννα ή Γιαγιάνα, όπου εντάσσεται και η εκκεντρικότητα του παιδιού. Ο χρόνος κυλά αργά ανάμεσα στα επεισόδια, κυρίως μέσα από την αναδρομή στο παρελθόν της μαμάς και του μπαμπά, αποκτά γρήγορα ρυθμούς τη στιγμή της απαγωγής, ανακόπτει το βήμα του και μένει σχεδόν ακίνητος στην κορύφωση του δράματος και θρυμματίζεται στην τελευταία πράξη, ανάμεσα στα δύο μέρη της κάθε σελίδας που χωρίζει μια κυματιστή, σαν με το χέρι χαραγμένη γραμμή. Εκεί, στο πιο δυνατό κομμάτι του βιβλίου, παρακολουθούμε τα δρώμενα να εκτυλίσσονται παράλληλα σε διαφορετικές εκδοχές, αλλά με διαφορετική ταχύτητα και έκβαση. Λες και ο συγγραφέας μάς καλεί να σκύψουμε πάνω από τον ώμο του τη στιγμή της δημιουργίας.

Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στο αριστερό τμήμα της σελίδας: «Η Αντιγόνη δεν έφτανε να δει από το παράθυρο του μπάνιου. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον Αρίστο, αλλά ήθελε πρώτα να δει μόνη της, να βεβαιωθεί. Έσυρε το σκαμνάκι του μπάνιου, πάτησε πάνω, από εκεί σκαρφάλωσε, προσεκτικά, άτακτα, στη λεκάνη. Είναι γλυκές οι αταξίες, ακόμη και στα ογδόντα εννιά σου… Εκεί, στο βάθος, στο αχνό ημίφως είδε». Και ακριβώς δίπλα, δεξιά: «Η Αντιγόνη πήγε στο μπάνιο και κοίταξε από το παραθυράκι… Δεν έφτανε να δει κάτω. Μουσική από τον τέταρτο. Από τον αεραγωγό είχε ακουστεί η φωνή, ήταν σίγουρη. Έσπρωξε το σκαμνάκι του μπάνιου με το πόδι της, το έφερε δίπλα στη λεκάνη, ανέβηκε πάνω του και από εκεί στη λεκάνη. Προσεκτικά. Άτακτα. Αν την έβλεπε ο γιος της θα πάθαινε υστερία. Πώς είχαν αντιστραφεί έτσι οι ρόλοι; Οι αταξίες έχουν γλύκα, έστω και στα ογδόντα εννιά σου. Κοίταξε κάτω. Στο ξεθωριασμένο ημίφως είδε κάτι».

Η ευθύνη της επιλογής είναι δική μας, καθώς υποδηλώνει ο συγγραφέας σε λίγες γραμμές προτού προβεί σ’ αυτό το εγχείρημα, θυμίζοντάς μας ξανά τις δύο ικανότητες τα μικρής, τα δυο πρώτα κεφάλαια, λίγο πριν το τέλος: «Αστάρτη! Πηδάς ψηλά; Πολύ ψηλά, για να πηδήξεις το θάνατο. Σ’ άφησα πίσω, θάνατε. Φωνάζεις με μια φωνή που φέρνει μέσα της θαυμασμό για την ομορφιά της ζωής και θρήνο για την παροδικότητά της. Πήδα και φώναζε. Ψηλά. Ψιλά. Θύμιζέ τους ότι και τα δύο υπάρχουν, σαν λιτό, σπιτικό φαγητό. Ας διαλέξουν».

Ο Λύο Καλοβυρνάς θέλει κατ’ αρχήν να κρατήσει σε εγρήγορση τον αναγνώστη. Δοκιμάζει διάφορες τεχνικές, δανειζόμενος στοιχεία από τη μουσική και το κόμικς, χρησιμοποιεί το διάλογο, το μονόλογο, ακόμα και ερωτηματολόγια – συνήθη περιεχόμενα περιοδικών ποικίλης ύλης – αποδοσμένα με μια δόση ειρωνείας που κλείνουν – ατυχώς – με διδακτικού τύπου οδηγίες, αφήνοντας εύστοχα να κυριαρχήσει η εκφορά του λόγου στο τρίτο πρόσωπο. Αυτό εξυπηρετεί αφενός μεν μια περαιτέρω αποστασιοποίηση, αφετέρου δίνει ανά εδάφια την (ψευδ)αίσθηση της ανάληψης του ρόλου του αφηγητή από το κορίτσι. Και ταυτόχρονα τονίζει την εναλλαγή στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όποτε αυτή γίνεται, για να φανερώσει τις μύχιες σκέψεις των φιγούρων ή την απ’ ευθείας παρεμβολή του συγγραφέα.

Υφαίνει τη γλώσσα του με τους ήχους της προφορικής ομιλίας, μεγαλώνοντας τα γράμματα ανάλογα με την έντασή τους, για να μικρύνουν στο τέλος της φράσης τόσο που σχεδόν χρειαζόμαστε μεγεθυντικό φακό για να τ’ αναγνωρίσουμε. Έτσι όπως σβήνει η φωνή στο τέλος μιας κουβέντας.

Ο Λύο Καλοβυρνάς θέλει ν’ αποκαλύψει στον αναγνώστη την περιπέτεια της γραφής, μόνο που μερικές φορές τον συναρπάζει και τον ίδιο μέσα στη δίνη της και κουράζει. Νομίζω ότι είναι ζήτημα χρόνου να βρει το μέτρο.

Και νομίζω ακόμα, το αποδεικνύει σε πολλά σημεία του βιβλίου, ότι μπορεί να χειριστεί το υλικό του χωρίς περιττά τεχνήματα, να φανερώσει περισσότερα αφήνοντας την παύση και τη σιωπή να συνοδεύσουν τον ήχο, και να πλάσει εικόνες δυνατές και απλές:

«Όπως τότε που η μαμά τηγάνιζε πατάτες και η Αστάρτη πιτσιλίστηκε από καυτό λάδι, γιατί επέμενε ότι ήθελε να βλέπει, έτσι ένιωσε το άγγιγμα του άντρα στο γυμνό της γόνατο. Τραβήχτηκε σπασμωδικά, μα δεν είχε πιο πίσω, η γωνία δεν χωρούσε άλλο. Ο άντρας την ξανάγγιξε.

Δεν είχε αρκετά δάκρυα η Αστάρτη για να ξεπλύνει τον πόνο. Κανείς δεν έχει».

 

© 2006-2010 Λύο Καλοβυρνάς / design by makebelieve