Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης

Μεταφεμινιστική διασκευή του κλασικού παραμυθιού του Κάρολου Ντίκενς. Το παραμύθι δημοσιεύτηκε στο τεύχος Χριστουγέννων 2004 του περιοδικού Madame Figaro.


Χειμώνας βαρύς κι ένα κρύο άγριο, σχεδόν μοχθηρό. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων, μα για την Ευγενία τίποτα το χριστουγεννιάτικο δεν υπήρχε στην ατμόσφαιρα – με μόνη εξαίρεση τα κιτς πολύχρωμα λαμπόνια στους δρόμους και τα ξεκούρδιστα κάλαντα που ξερνούσαν ραδιοφωνικοί σταθμοί και καταστήματα σε βαθμό ναυτίας. Η Ευγενία Σκρούτζου χώριζε, άλλη μια φορά, κι η απελπισία τής στένευε την αναπνοή. Είχε κάνει γενναίες προσπάθειες να μη χωρίσει μες στα Χριστούγεννα, αλλά πόσες φορές μπορεί κανείς να πέφτει σε τοίχο και να προσποιείται ότι δε χτύπησε;

Ώρα δέκα και το χαλασμένο σκοτάδι της πόλης θα ήταν η μοναδική της παρέα απόψε, αυτή τη λαμπρή, μη χέσει, νύχτα των Χριστουγέννων. Κανονικά θα περνούσε τη βραδιά με τον Μανώλη, όμως η παρέα του Μανώλη αυτή τη στιγμή φάνταζε εξίσου επιθυμητή όσο μια γερή γροθιά στο στομάχι. Άκου εκεί «τσιγκουνεύεται τη φροντίδα της»! Δηλαδή τι άλλο έπρεπε να του κάνει; Να τον σκουπίζει μόλις έβγαινε απ’ την τουαλέτα;

Σκέφτηκε τις επιλογές που είχε γι’ απόψε και την έπιασε μεγαλύτερη απελπισία. Σιχαινόταν τα Χριστούγεννα, αυτή την υποτιθέμενη γιορτή αγάπης και χαράς, γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο εξαντλημένοι από τα ψώνια και το άγχος να περάσουν γιορτινά, που συνήθως ξεσπούσαν σε όποιον συγγενή έβρισκαν πρόχειρο. Μόνο ο μικρός Χριστούλης μπορούσε να χαμογελά μακάριος στη φάτνη του – αυτός δεν είχε ν’ αντιμετωπίσει τον γκόμενό του που δε γούσταρε να φοράει προφυλακτικό.

Ξεφύσηξε και έβαλε τους υαλοκαθαριστήρες στο γρήγορο – η ξεγυρισμένη μπόρα της έλειπε. Μα πού βρέθηκε τόσο νερό; Έγειρε μπροστά, σχεδόν κολλητά στο παρμπρίζ, προσπαθώντας να διακρίνει το δρόμο. «Γαμώ τα Μελίσσια που βρήκα κι εγώ να μετακομίσω, για να είμαστε κοντά. Εγώ φταίω, που τους καλομαθαίνω.» Αφού ήξερε ότι υπήρχαν σωστοί άντρες, άντρες που δεν είχαν συναισθηματική νοημοσύνη λειχήνας, εκείνη γιατί συνεχώς έμπλεκε με ληγμένα υποπροϊόντα ανδρισμού;

Ένας τροχονόμος που έμοιαζε με κίτρινο φλούο νανάκι κήπου μες στο σκοτάδι της έκανε σήμα να στρίψει δεξιά φωνάζοντας ότι ήταν κλειστός ο δρόμος. Η Ευγενία παραξενεύτηκε, αλλά αναγκαστικά υπάκουσε και έτσι βρέθηκε να οδηγεί σε άγνωστους δρόμους. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό και στιγμιαία φώτισε το πουθενά που την περικύκλωνε – μα πού στην ερημιά είχε καταλήξει; Για να μη στουκάρει σε καμιά αδέσποτη κολώνα αποφάσισε να περιμένει μέχρι να κοπάσει ο χριστουγεννιάτικος κατακλυσμός.

Η Ευγενία Σκρούτζου ήταν δυνατή γυναίκα, μαθημένη να αντεπεξέρχεται στις υπονομεύσεις των συναδέρφων της, στις φιλίες διάρκειας τηλεκάρτας και, ως ένα βαθμό, ακόμα και στους χωρισμούς που έστιζαν τη ζωή της σαν ανεξίτηλοι λεκέδες. Ωστόσο, όσο δυνατή κι αν είναι κάποια, σίγουρα θα τρόμαζε αν αντίκριζε να την πλησιάζουν από το πουθενά και εντελώς ανεξήγητα ο Κώστας, ο Χρήστος, ο Στέλιος, ο Νώντας, ο Πέτρος, ο Τάκης, ο Πέτρος Νο 2 και άλλοι έξι άντρες. Όχι οποιοιδήποτε άντρες – οι άντρες της ζωής της! Οι άντρες με τους οποίους είχε μοιραστεί το κρεβάτι και το κορμί της αλλά δυστυχώς ποτέ την καρδιά της, αφού όσο και να τους τέντωνε δεν έφταναν να την καλύψουν. Η Ευγενία γούρλωσε τα μάτια αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που κατέγραφε ο αμφιβληστροειδής της.

«Γεια σου Ευγενία» είπαν με μια φωνή. «Σερπράιζ!»

Θα λιποθυμούσε, αλλά δεν ήταν στο χαρακτήρα της. Προτίμησε να βάλει μπροστά και να την κάνει, αλλά όπως όλοι ξέρουμε καλά, η παγκόσμια ακαδημία κινηματογράφου και παραμυθιού απαγορεύει στα αυτοκίνητα να παίρνουν μπρος όταν η ηρωίδα αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο.

«Κώστα, Άρη, Πέτρο και λοιποί, τι κάνετε εδώ;» κατάφερε να ψελλίσει.

«Είμαστε τα φαντάσματα των εραστών του παρελθόντος.»

«Ωραίο το αστείο σας, παιδιά, να σας χαίρονται οι κοπελιές που σας λούζονται τώρα. Γεια σας τώρα και Μέρρυ Κρίσμας.»

«Εεπ, μη βιάζεσαι» είπαν και έφραξαν το δρόμο. «Επειδή δεν κατάλαβες, σ’ το ξαναλέμε: Είμαστε τα φαντάσματα των περασμένων εραστών σου. Ήρθαμε να σε στοιχειώσουμε» είπαν όλοι με μια φωνή.

«Γιατί, έπεσε αγαμία, αγόρια;» αντιγύρισε η Ευγενία. «Αλλού οι πλάκες. Εγώ δεν πιστεύω σε φαντάσματα.»

«Εδώ πιστεύεις στον αληθινό έρωτα, στα φαντάσματα κολλάς;» την αποστόμωσαν με μια φωνή.

«Καταρχάς, μπορείτε να μη μιλάτε όλοι μαζί σαν την Κρατική Χορωδία του Κρεμλίνου;»

Τα φαντάσματα αντάλλαξαν βλέμματα και σιωπηρά συνεννοήθηκαν ποιος θα μιλήσει.

«Ευγενία, απόψε θα σ’ επισκεφτούν τρεις τύποι φαντασμάτων: Οι εραστές του παρελθόντος σου, οι εραστές του παρόντος σου και οι μελλοντικοί εραστές σου.»

«Μμ, σκέτο όργιο!»

«Γέλα, Ευγενάκι, γέλα. Αλλά θα σου βγει πικρό έτσι και δε μας ακούσεις. Ή μήπως θαρρείς πως δεν ξέρουμε πόσο αποτυχημένη νιώθεις;»

Η Ευγενία πάγωσε και δεν έφταιγε το προβληματικό καλοριφέρ του αυτοκινήτου. «Τι θέλετε από μένα;» είπε στο τέλος, ξαφνικά σοβαρή.

«Εμείς, τα φαντάσματα των εραστών του παρελθόντος σου, θέλουμε να πάψεις να μας ξεκατινιάζεις στις φίλες σου.»

«Μας πληγώνει!» πετάχτηκε ένα φάντασμα από πιο πίσω – η Ευγενία ήταν βέβαιη ότι ήταν ο Ιάσωνας, ο πιο λούζερ γκόμενος του νομού Αττικής.

«Ω τα καημένα τα αγοράκια του παρελθόντος!» είπε με σουφρωμένα χείλη και προσποιητά συμπονετική φωνή η Ευγενία. «Πονάει ο ανδρισμός σας;»

«Κορόιδευε, αλλά έτσι και δε μας ακούσεις, θα σ’ επισκεπτόμαστε κάθε βράδυ και θα σε βασανίζουμε.»

«Ε αυτό το κάνατε και όταν τα είχαμε. Και μάλιστα όχι μόνο το βράδυ.»

Τα φαντάσματα αντάλλαξαν πειραγμένα και αμήχανα βλέμματα.

«Εμείς πάντως σε προειδοποιήσαμε. Είσαι σκληρή κι εγωίστρια και θα μείνεις γεροντοκόρη!» είπαν και εξαφανίστηκαν στα σκοτάδια ξαφνικά κι απότομα σαν κακής ποιότητας κραγιόν.

Η Ευγενία αναστέναξε. Άκου φαντάσματα των πρώην εραστών της! Μπροστά τους στάθηκε ακλόνητη, αλλά η καρδούλα της ήξερε πόσο τρόμαξε όταν τους αντίκρισε. Θυμήθηκε όλες τις ληγμένες υποσχέσεις, όλα τα ξοφλημένα κοινά σχέδια, τους αδιέξοδους συμβιβασμούς. Ανατρίχιασε και έβαλε μπρος. Δε θα είχε κάνει ούτε πεντακόσια μέτρα όταν πάτησε με όλη της τη δύναμη το φρένο. Ακριβώς μπροστά της ορθωνόταν μια σκοτεινή, απειλητική φιγούρα, κάτι σαν τον Σάουρον στο πιο προαστιακό του. Επειδή η Ευγενία είχε δει το υποχρεωτικό μερίδιο ταινιών τρόμου εννοείται πως δεν άνοιξε την πόρτα της, αντιθέτως έβαλε και την ασφάλεια.

Η σκοτεινή, απειλητική πλησίασε και χτύπησε το παράθυρο και τότε μόνο φάνηκε πως ήταν ο Μανώλης.

«Μανώλη, είσαι με τα καλά σου; Πετάγεσαι στη μέση του δρόμου να σε πατήσω και μετά να με πάνε μέσα επειδή εσύ είσαι ηλίθιος; Αμάν πια, ρε Μανώλη, αμάν! Βρες άλλη να τυραννάς! Τι διάολο θες;»

Ο άντρας με την επιβλητική μαύρη κάπα περίμενε υπομονετικά και μετά είπε: «Βασικά δεν είμαι ο Μανώλης. Είμαι το φάντασμά του.»

«Βασικά αηδίες.»

«Όχι αλήθεια, είμαι το φάντασμα των εραστών σου του παρόντος.»

«Τότε άργησες γιατί από-» κοίταξε το ρολόι της «-τις 20:30 είσαι ήδη παρελθόν.» Ο Μανώλης-φάντασμα συνέχισε να την κοιτάζει και η Ευγενία έκρινε χρήσιμο να προσθέσει, σε τόνους οριακά συγκρατημένης αγανάκτησης: «Χωρίσαμε, Μανώλη. Χω-ρι-σα-μέ!»

«Τεχνικά είμαι ακόμα φάντασμα του παρόντος. Και ήρθα να σε προειδοποιήσω. Ο δρόμος που έχεις πάρει οδηγεί στην καταστροφή.»

«Σίγουρα δεν οδηγεί στα Μελίσσια· εγώ φταίω που έφυγα απ’ το Παγκράτι για να είμαστε κοντά. Να-να-να!» αυτομουντζώθηκε.

«Μπροστά σου θα βρεις μόνο δυστυχία.»

«Προς το παρόν βρίσκω μόνο φαντάσματα. Αν έφευγαν από μπροστά πιθανώς να έβρισκα και το σπίτι μου.»

«Θα γυρνοβολάς σαν την άδικη κατάρα από γκόμενο σε γκόμενο. Δυστυχισμένη και απελπιστικά μόνη.»

Η Ευγενία έχασε την ετοιμολογία της στο άκουσμα αυτής της προφητείας.

«Μην είσαι τόσο εγωίστρια. Πρέπει ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι λίγο και τους εραστές σου. Όχι μόνο τον εαυτούλη σου. Ειδάλλως ο εαυτούλης σου θα είναι ο μόνος που θα σου μείνει. Πόσες κατεστραμμένες σχέσεις θέλεις να σε βαραίνουν; Πόσο νομίζεις ότι θ’ αντέξεις; Πόσοι νομίζεις ότι θα σ’ αντέξουν; Γερνάς, Ευγενία, πάρ’ το χαμπάρι.»

Ασυναίσθητα η Ευγενία έφερε τα χέρια της στο πρόσωπο. Το στομάχι της σφίχτηκε σαν ζωάκι που φοβόταν για τη ζωή του μπροστά σ’ ένα άγριο, μοβόρικο θηρίο.

«Άκου με, Ευγενία. Για το καλό σου. Μη σκέφτεσαι μόνο τις δικές σου ανάγκες. Κάνε υποχωρήσεις. Δε χρειάζεται να έχεις πάντα εσύ δίκιο. Δεν έγινε και τίποτα αν κάνεις τα στραβά μάτια πού και πού. Αλλιώς σε περιμένει μια μοναξιά παγερή και έρημη όπως αυτή εδώ η νύχτα.»

Και μ’ αυτό, το φάντασμα του εραστή του παρόντος χάθηκε μέσα στη βροχή.

Η Ευγενία άρχισε να τρέμει. Τι άθλιο φάντασμα! Την χτύπησε ακριβώς εκεί που πονούσε. Βγήκε από το αυτοκίνητο με δάκρυα στα μάτια, ηττημένη, εξαντλημένη, σε λίγο πατόκορφα βρεγμένη. Είχε δίκιο το φάντασμα; Μήπως παραήταν απαιτητική με τους άντρες; Μήπως ζητούσε τον ουρανό με τ’ άστρα; Μήπως δεν έπρεπε να τους ζητά να βγάζουν πού και πού τα σκουπίδια; Μήπως-

Ξάφνου μέσα από τα δέντρα φάνηκε ένας μαύρος μπόγος. Η Ευγενία ανοιγόκλεισε τα μάτια. Όχι, δεν ήταν μπόγος, ήταν άνθρωπος – ομολογουμένως κοντός.

«Εσύ είσαι… το… » ψέλλισε η Ευγενία.

«Ναι. Εγώ είμαι το φάντασμα των μελλοντικών εραστών σου. Ή μήπως πρέπει να πω του ενός και μοναδικού εραστή που σου απομένει.»

«Τι;» είπε η γυναίκα και ρίγησε, ίσως από το κρύο, ίσως από τον τρόμο.

«Δε υπάρχουν άλλοι για σένα. Τους ξόδεψες όλους όσους σου αναλογούσαν. Εγώ είμαι ο τελευταίος. Ευγενία Σκρούτζου, είμαι ο μοναδικός άντρας που θα σε ανεχτεί από δω και πέρα. Ή εγώ… » παύση για εφέ «…ή η μοναξιά.»

«Μα πώς;» έκανε να διαμαρτυρηθεί η Ευγενία. «Ο Βαγγέλης απ’ το λογιστήριο με φλερτάρει συνεχώς;»

Το έξτρα σμολ φάντασμα κάγχασε: «Άντρες να σε πηδήξουν θα βρεθούν αρκετοί, Ευγενούλα μου. Άντρας όμως να σε ανεχτεί ουδείς. Εγώ είμαι ο μοναδικός.»

Η Ευγενία έπιασε το κεφάλι της κι η απόγνωση τής λύγισε τα πόδια. Το μέλλον της προδιαγραφόταν ζοφερό και κοντό. Έπεσε στα γόνατα και ήρθε στο ύψος του φαντάσματος, περίπου.

«Μα γιατί; Ειλικρινά, φάντασμα-»

«Μηνάς» της συστήθηκε.

«Μηνά. Ειλικρινά, τι παράλογο ζητούσα; Να μη με βλέπει μόνο σαν κρέας για πήδημα; Να μοιραζόμαστε τις ευθύνες του σπιτιού; Αφού κι εγώ δουλεύω, δε στρογγυλοκάθομαι όλη μέρα! Να μη με περιφρονεί με την καραμέλα "Ω μωρέ Ευγενία, κόψ’ τη γκρίνια" όταν προσπαθώ να κάνω συζήτηση; Να μην αποδίδει τα πάντα στο ότι έχω περίοδο;»

«Εσύ τα παρουσιάζεις έτσι, αλλά στην ουσία ήσουν γεμάτη ανασφάλειες που τις έβγαζες πάνω στους δύσμοιρους εραστές σου. Αχ Ευγενία μου, δε φταις· έτσι σε μεγάλωσαν. Γι’ αυτό σου δίνεται τώρα μια ευκαιρία, αυτή την άγια νύχτα, να βρεις κι εσύ την ευτυχία μιας σωστής, φυσιολογικής γυναίκας απαλλαγμένη από τέτοιους μύθους. Αφέσου πάνω μου και κάνε ό,τι σου λέω για να μην πεθάνεις μόνη.»

Συντετριμμένη η Ευγενία λύθηκε σε κλάματα. Μόνη. Μια ζωή μόνη της. Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε το φάντασμα – τον Μηνά – που την κοίταζε με κάτι σαν τρυφερότητα.

«Σε λίγο θα μεταμορφωθώ σε άνθρωπο και θ’ αρχίσουμε μια καινούργια ζωή. Αρκεί κι εσύ να πάψεις να είσαι τόσο εγωίστρια.»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας και κλαίγοντας συγχρόνως. Παρότι είχε ορκιστεί να μην κάνει εκπτώσεις στα μίνιμουμ που προσδοκούσε από μια σχέση, τελικά δεν την άντεχε τη μοναξιά. Τουλάχιστον αυτός ο άνθρωπος θα τη συντρόφευε.

«Έχω τα χάλια μου» δικαιολογήθηκε, σκουπίζοντας τα δάκρυά της.

«Τα είχες μέχρι πριν από λίγο» είπε το φάντασμα-Μηνάς. «Από τώρα θα είσαι μια χαρά γυναίκα, όπως έπρεπε να ήσουν όλα αυτά τα χαμένα χρόνια. Γύρνα τώρα σπίτι σου να συνέλθεις και σε λίγο θα έρθω για να περάσουμε τη νύχτα των Χριστουγέννων – και όλη μας τη ζωή – μαζί.»

Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει. Πήγαν στο αυτοκίνητο και η Ευγενία μπήκε μέσα. Κοίταξε από το παράθυρο τον μελλοντικό εραστή της, τον μοναδικό άντρα που της αναλογούσε. Όσο κι αν όλη αυτή η ιστορία της φαινόταν βαθιά άδικη, ένιωθε λίγο ανακουφισμένη. Τουλάχιστον δε θα έκανε Χριστούγεννα μόνη κι έρημη. Έβαλε μπρος και έφυγε.

Το φάντασμα έμεινε να την κοιτάζει που απομακρυνόταν. Μόλις χάθηκε στο σκοτάδι, το φάντασμα έκανε πέρα την εντυπωσιακή μαύρη μπέρτα του και έβγαλε ένα κινητό.

«Μαλάκες, το έχαψε! Πού είστε; Στου Μανώλη; Έρχομαι ν’ αλλάξω μάνι-μάνι γιατί με περιμένει! Εσείς ξεκινήστε την "Επιχείρηση Ελένη". Θα τις φάμε όλες!»

 

 

© 2006-2010 Λύο Καλοβυρνάς / design by makebelieve