Κιχ!

Δεν κλίνουμε κάνα Ρήμα γιατί από κάπου μπάζει;

Ένα διήγημα για τις λέξεις που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν, καθώς και τις διακρίσεις που υφίστανται. Δημοσιεύθηκε στην ανθολογία Θρυμματισμένος πλανήτης των εκδόσεων Μίνωας.


Βαθιά μέσα της δεν ήθελε να πάει. Της ήταν δυσβάσταχτο να ξέρει ότι τούτη θα ήταν η τελευταία φορά που θα εμφανιζόταν ζωντανή μπροστά σε παλιούς, αγαπημένους φίλους· ότι την επόμενη φορά που εκείνοι θα μαζώχνονταν, η ίδια θα ’ταν νεκρή και μάλλον ξεχασμένη. Προτιμούσε να πεθάνει με την ανάμνηση της τελευταίας τους γιορτής, τότε που ήταν ακόμα νέα, ποτέ πολύ ωραία, ταπεινής και ξεχασμένης καταγωγής, πράγματι, μα περήφανη που ζούσε ζωή σεμνή και απροσποίητη.

Όμως η πρόσκληση στο πάρτυ ήταν μόνο κατ’ όνομα προαιρετική. Όλες τους ήταν αναγκασμένες να παρευρεθούν – οι σεβάσμιες γερόντισσες αλλά και οι νεογέννητες, των λίγων ημερών· οι απαστράπτουσες σταρ της χρονιάς αλλά και όσες παραπατούσαν στο κατώφλι του θανάτου. Όπως η ίδια.

Ο χρόνος τρέχει το Μαραθώνιό του ακούραστα από τότε που φόρεσε ώρες και λεπτά, μα κάθε εκατό χρόνια και μια μέρα κοντοστέκεται και κάνει μικρό διαλειμματάκι. Βάζει τα καλά του για να τιμήσει τα πλάσματα που τον ήξεραν από τότε που ήτανε νινί και πάει υψηλός προσκεκλημένος σε τούτη τη μοναδική, κρυφή γιορτή. Κι αν εμείς οι άνθρωποι την αγνοούμε, δε σημαίνει πως δε συμμετέχουμε, εμμέσως αλλά καταλυτικά, αφού εμείς μονάχα καθορίζουμε ποιοι θα καλεστούν. Και ποιοι θα μείνουν απ’ έξω.

Τούτη τη φορά το πάρτυ γινόταν στο χειμερινό ανάκτορο της Γραμματικής, στα βόρεια υψίπεδα του νου. Κάθε αιώνα το οργάνωνε άλλος οικοδεσπότης και φέτος είχε έρθει η σειρά της Γραμματικής, η οποία την τελευταία εκατονταετία είχε περάσει πολλές δύσκολες περιπέτειες από τις οποίες βγήκε ζαλισμένη, κουρασμένη και με σακατεμένες συζυγίες. Τα πάθη των Ρημάτων δεν ήταν τίποτα μπροστά στα πάθη τα δικά της.

Στην πόρτα τις καλεσμένες τις υποδέχονταν ως συνήθως οι Σύνδεσμοι, πάντα φιλικοί και φαφλατάδες, το ίδιο πληκτικοί όσο και στην αρχαιότητα. Το Ξάγι ανταπόδωσε την καλησπέρα του Με και μπήκε μέσα.

«Ξάγι, καλό μου, τι κάνεις;» την προϋπάντησε ο Μουσαμάς, πιστός της συνεργάτης στο μεροδούλι τους.

«Δε φαίνεται, βρε Μουσαμά; Είναι μετρημένα τα γράμματά μου. Κάθε χρόνος που περνά δουλεύω όλο και λιγότερο. Μόνο κάτι γερόντια με χρησιμοποιούν πια. Θα με πάρουν μαζί τους στον τάφο.»

«Αχ μην το λες αυτό. Δε θυμάσαι εκείνο τον νεαρό πρόπερσι που σ’ έμαθε από τη γιαγιά της γυναίκας του;»

«Και που μ’ έμαθε; Πού θα με βάλει να δουλέψω; Στην ασφαλιστική που εργάζεται; Έκλεισα δυο ξάγια συμβόλαια; Κακά τα ψέματα, Μουσαμά. Είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω και με βλέπεις.»

«Δε θέλω ν’ ακούω τέτοια. Γιορτή έχουμε,» διαμαρτυρήθηκε καλοσυνάτα μα ατελέσφορα ο Μουσαμάς, που ανέκαθεν ήταν λίγο ρηχός και επιφανειακός χαρακτήρας.

Εκείνη τη στιγμή πέρασε η καλύτερή της φίλη του Ξαγιού, η Ελιά. Το Ξάγι υποκλίθηκε μπροστά στην πανάρχαια γερόντισσα, αλώβητη παρά τα χιλιάδες χρόνια γλώσσας που είχαν περάσει από πάνω της· μόνο ένα άλφα είχε χάσει.

«Και την ψιλή μου!» είπε με συγκρατημένη οργή. «Μου πήραν την ψιλή μου!»

Πράγματι, το Ξάγι παρατήρησε την ωμή πληγή εκεί που κάποτε κυμάτιζε η χαριτόβρυτη ψιλή της Ελιάς.

«Με ακρωτηρίασαν κι εμένα κι όλα μου τα παιδιά,» είπε η Ελιά σπαραχτικά. Η Ελαιουργία και το Έλαιο που τη συνόδευαν συμφώνησαν μαζί της, αν και το Έλαιο απλώς έγνεψε αφηρημένα· έψαχνε να δει που είχε πάει ο άντρας του, το Αιθέριο.

Το Ξάγι ετοιμάστηκε να εκφράσει τη συμπόνια του προς τη σεβάσμια γερόντισσα, αλλά το διέκοψε ο καγχασμός του Τοίχου από δίπλα:

«Σιγά τον ακρωτηριασμό, ρε Ελιά. Κόψε λίγο μελόδραμα. Δυο χιλιάδες χρόνια είχε ν’ ανασάνει η ψιλή σου. Νεκρή κι απολιθωμένη την έσερνες τόσο καιρό.»

«Ναι, αλλά ήταν όμορφη,» αντέταξε η Ελιά.

Πράγματι, η Ξάγι συνειδητοποίησε μεμιάς ότι η φετινή γιορτή ήταν πιο ήσυχη - έλειπε το συνεχές σούσουρο και η τσαχπινιά των πνευμάτων, όλες οι ψιλές και οι δασείες που στις περασμένες γιορτές ανέμιζαν στο χώρο.

«Η ομορφιά δε φτάνει, κυρά-Ελιά,» θυμοσόφησε ο Τοίχος. «Όποιος δε βγάζει το ψωμί του μπαινοβγαίνοντας σε στόματα ανθρώπων, τον τρώει μαύρο λεξικό.»

Ο Τοίχος συνέχισε να μιλά, παρότι η Ελιά τού γύρισε το έψιλον επιδεικτικά· πάντα μιλούσε πολύ ο Τοίχος σε τούτες τις γιορτές, πράγμα αναμενόμενο, αφού όλο το υπόλοιπο διάστημα είχε μόνο αυτιά.

Η Ελιά άγγιξε το Ξάγι με το ρυτιδιασμένο γιώτα της.

«Ξάγι μου, να σ’ αποχαιρετίσω γιατί δε θα σε ξαναδώ,» είπε και φιλώντας την απαλά στο κεφαλαίο της απομακρύνθηκε με τα παιδιά της και κάποια από τα αναρίθμητα εγγόνια της.

«Ωμή που είναι ώρες ώρες η Ελιά,» συλλογίστηκε πληγωμένα το Ξάγι. «Βέβαια κι εγώ αν είχα δει τόσες λέξεις να πεθαίνουν, πιθανώς να μη μου έκανε αίσθηση άλλη μία που σιγοσβήνει.»

Μια αναμπουμπούλα στην πόρτα σηματοδότησε την άφιξη των ξένων καλεσμένων. Το Ξάγι, που και του ίδιου η σκούφια κρατούσε απ’ αλλού, προσπάθησε να θυμηθεί πότε πρωτόρθε μετανάστρια στη γιορτή των ελληνικών. Είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε που κι αυτή την υποδέχτηκαν οι βέρες ελληνίδες ως Εξάγιο, ούτε που θυμόταν πότε έχασε το έψιλον και το όμικρόν της κι έμεινε μόνη κι έρημη στον ξένο τόπο, δίχως ούτε ένα συγγενή. Πριν κάμποσους αιώνες είχε γνωρίσει το Σπίτι, που κι εκείνη ήταν συντοπίτισσά της και μάλλον συνομίληκη, κι αυτή κολοβωμένη μπρος και πίσω, αλλά δες τηνα τώρα καθημερινή αρχόντισσα της ελληνικής, μ’ ένα σωρό κουτσούβελα και συζύγους… «Αχ,» αναστέναξε το Ξάγι, «πώς πήρα έτσι λάθος τη ζωή μου;»

«Πω πω κόσμος!» αναφώνησε η Πίστη στραβομουτσουνιάζοντας. «Πού θα πάει αυτή η ιστορία; Κάθε αιώνας που περνά οι ξένοι γίνονται όλο και περισσότεροι. Σε λίγο θα μας διώξουν από την ίδια μας τη γλώσσα!»

«Μη λες βλακείες, Πίστη,» τη μάλωσε το Βιβλίο, που είχε πολλούς συγγενείς στο εξωτερικό και γενικά ήταν διαβασμένη λέξη. «Το ίδιο μονότονο τροπάρι ακούω σε κάθε γιορτή εδώ κι αιώνες. Βοήθεια, η γλώσσα μας χάνεται, κινδυνεύει από τις ξένες λέξεις και άλλες ανόητες ιερεμιάδες. Ξέρεις πόσες ξένες λέξεις ήρθαν στο πάρτυ του 1603; Για να μη μιλήσω για τη γιορτή του 1903! Χαμός στο ίσιωμα! Έπαθε τίποτα η γλώσσα μας;»

«Δεν είναι βλακείες, Βιβλίο! Έρχονται οι ξένες λέξεις και μας παίρνουν τις δουλειές. Πεθαίνουν ελληνικές λέξεις εξαιτίας τους!»

Δεν είναι έτσι, πήγε να πει το Ξάγι, αλλά εξαιτίας του λαϊκού της ύφους ντρεπόταν να μιλάει μπροστά σε λόγιες λέξεις. Δεν πεθαίνουμε επειδή έρχονται ξένες λέξεις στον τόπο μας, αλλά επειδή πεθαίνουν πραγματικότητες και παύουμε να χρησιμεύουμε. Οι ξένες δεν φταίνε σε τίποτα, το ψωμί τους το βγάζουνε τίμια.

Άφησε το Βιβλίο και την Πίστη να τσακώνονται για το αν η ελληνική κινδυνεύει, μια κουβέντα που είχε βαρεθεί ν’ ακούει αιώνας μπαίνει, αιώνας βγαίνει. Άξαφνα ένιωσε πολύ μόνη της. Σε αντίθεση με τις περισσότερες λέξεις, η ίδια δεν είχε καθόλου συγγενείς, πρωτοξάδερφα όπως το Τραπέζι είχε την Τράπεζα και την Τραπεζαρία, δεύτερα ξαδέρφια όπως τα Τραπεζομάντιλα και τα Τραπεζογραμμάτια και συννυφάδες όπως τα Δάνεια. Οι μόνοι της, εξ αγχιστείας, συγγενείς ήταν το Στάρι και οι Ελιές, αλλά και οι δυο τους είχαν αναρίθμητους συγγενείς και δεν καταδέχονταν το Ξάγι.

Στάθηκε για λίγο παρατηρώντας τις άλλες καλεσμένες που διασκέδαζαν, αντάλλασσαν χωρατά και φιλοφρονήσεις, αντάμωναν μακρινούς συγγενείς ή πρώην συντρόφους. Υπήρχε μεγάλη γιατί μόλις είχαν καταφτάσει οι ξένες λέξεις, οι οποίες πάντα έκαναν αίσθηση σ’ αυτές τις γιορτές. Ήταν εξωτικές, είχαν εκκεντρικά τελικά σύμφωνα που πάντα παραξένευαν τις Ελληνίδες, μερικές ήταν ελαφρώς αδέξιες, αφού δεν ήξεραν πώς να φερθούν φθογγολογικά. Κάποιες αναγκάζονταν να αφήσουν απέξω το παχύ τους σίγμα ή όποιο φωνήεν δε χωρούσε στο πατρόν των πέντε ελληνικών. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιες ξένες λέξεις διαμαρτύρονταν ή έβαζαν τα κλάματα γι’ αυτό το πετσόκομμα, όπως το έβλεπαν.

«Αχ, ο Σπόνσορας!» αναφώνησε ο Χορηγός από δίπλα της και πήγε να βρει το φίλο του, που πολύ τον συμπαθούσε κι έκαναν συχνά παρέα στα ίδια συμφραζόμενα. Η αδερφή του, η Χορηγία, ήταν πεπεισμένη ότι ο Χορηγός είχε ερωτευτεί τον Σπόνσορα για την ωραία του παρήχηση.

Άξαφνα στην πόρτα άναψε καβγάς.

«Κόνβοϊ!» έσκουζε το Κονβόι. «Γιατί επιμένετε να με παρατονίζετε;» Μάταια προσπάθησαν κάποιοι να του εξηγήσουν ότι ο Τονισμός στα ελληνικά είχε άλλα χούγια. «Μίλα κι εσύ, ρε Φλάσμπακ,» σκούντηξε το Κονβόι το φίλο του, αλλά ο Φλασμπάκ αναπολούσε το παρελθόν. Διακριτικά το Φρούτο πλησίασε και πήρε το Κονβόι από το γιώτα.

«Κοίτα, μην κάνεις πολλή φασαρία γιατί θα πλακώσει η Παράδοση και ποιος είδε τη γλωσσική καθαρότητα και δεν τη φοβήθηκε,» του ψιθύρισε. «Η ελληνική είναι μερακλίδικη γλώσσα, θα σ’ αρέσει εδώ. Μην κάνεις έτσι για ένα ψωροτόνο. Κάτσε φρόνιμη και σε λίγο καιρό θα πάρεις υπηκοότητα. Εμένα έχουν ξεχάσει ότι κάποτε ήμουν ξένη. Τώρα τα έχω όλα, και το πληθυντικό μου και τη γενική μου, παντρεύτηκα και την Εποχή, παρτουζώνομαι και με τον Έμπορα και όλο του το σόι. Γι’ αυτό, σώπα σου λέω. Πάμε τώρα να σου γνωρίσω τον Κέφι που ήταν Μίστερ Εξελληνισμός του προπερασμένου αιώνα.»

Το Ξάγι κατευθύνθηκε προς τον μπουφέ να τσιμπήσει καμιά τελεία. Παραξενεύτηκε που είδε πολλά πιάτα με λατινικά ερωτηματικά.

«Άνω τελείες δεν έχει φέτος;» ρώτησε το σερβιτόρο.

«Μπα, έχουν αρχίσει να σπανίζουν. Έχει όμως πολλά φρέσκα ξένα ερωτηματικά. Τώρα πια καλλιεργούνται και εδώ.»

«Αυτά εδώ τι είναι;» ρώτησε το Ξάγι, δείχνοντας κάτι παράξενα όμικρον διαγραμμένα στη μέση με μια μπάρα.

«Α, αυτά; Είναι Ø Δανίας, αν δεν κάνω λάθος. Δοκιμάστε, είναι νόστιμα και χορταστικά, αλλά μεταξύ μας είναι κάτι σαν δάκος που τρώει τις ελληνικές άνω τελείες.»

Ξάφνου ακούστηκαν φωνές και γυαλιά να σπάνε κοντά στην είσοδο. Ο Υπολογιστής είχε πιαστεί στα χέρια με τον Κομπιούτερ – ο αγώνας τους για επικράτηση ήταν λυσσαλέος.

«Φύγε ρε απ’ τη γλώσσα μου!» φώναζε υστερικά ο Υπολογιστής.

«Είσαι και ηλίθιος! Δεν ξέρεις ότι είσαι απλώς μετάφρασή μου; Μαϊμού, ε μαϊμού!» τον έφτυσε ο Κομπιούτερ.

«Τς, τς, τς,» άκουσε το Ξάγι από δίπλα της μια λέξη να αποδοκιμάζει. «Μερικές λέξεις έχουν τον ανταγωνισμό μες στο θέμα τους,» σχολίασε υπεροπτικά το Διαδίκτυο στο Ξάγι μασουλώντας ένα κόμμα. «Αντιθέτως, εγώ με το Ίντερνετ τα πάω μια χαρά.»

«Ευτυχώς υπάρχει πολλή δουλειά και για τις δυο μας,» συμπλήρωσε το Ίντερνετ από δίπλα χαμογελώντας πλατιά· παραδόξως δεν φαινόταν καθόλου φαντασμένο, αν και ήταν στα στόματα όλων την τελευταία δεκαετία.

Πράγματι, πέρα από τους χαζοχαρούμενους Συνδέσμους και τις εγωκεντρικές Αντωνυμίες που είχαν τη σιγουριά της αιωνιότητας, οι πιο ευτυχισμένες λέξεις ήταν αυτές που δούλευαν φουλ-τάιμ. Αυτές που φυτοζωούσαν, όπως η Λάχνη, η Σηπεδών, το Λαγοθηρώ μύριζαν απλυσιά και φόβο, σαν να ήταν με το ένα φωνήεν στον τάφο.

Το Ξάγι άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στην τεράστια γιορτή – τα ελληνικά γλωσσικά πάρτυ μπορεί να μην ήταν τα μεγαλύτερα ή λαμπρότερα του κόσμου, αλλά κανείς δεν τους παρέβγαινε σε ζωντάνια, μπρίο ή απρόοπτα. Το Ξάγι ήθελε να χορτάσει εικόνες και φθόγγους, να έχει να θυμάται όταν πια θα ήταν απολιθωμένο λήμμα και όχι ζωντανή και σφριγηλή κουβέντα όπως οι παρευρισκόμενες. Ηθελημένα ξεχνούσε ότι αναμεταξύ στις γελαστές, αστειευόμενες λέξεις της γιορτής κυκλοφορούσαν και κάμποσες νεκροζώντανες σκιές, βουβές κι αχνές, ωχρά φαντάσματα του αλλοτινού εαυτού τους. Αυτές ήταν οι λέξεις που είχαν πεθάνει στα στόματα των ανθρώπων αλλά συνέχιζαν να ζουν με τεχνητή αναπνοή σε βιβλία. Ήταν μια μοίρα χειρότερη από θάνατο, γιατί αν απαντούσες μόνο γραπτώς δεν πέθαινες ολοκληρωτικά, αλλά έχανες τη λαλιά σου. Κι αν ποτέ σε πρόφεραν χείλη ανθρώπου ήταν σαν χίλια γλυκά καρφιά να χώνονταν στους σκουριασμένους φθόγγους σου.

Βγήκε από τις μελαγχολικές της σκέψεις επειδή σταμάτησε η μουσική. Το πρόγραμμα της βραδιάς ήταν έτοιμο ν’ αρχίσει. Η σεπτή Γραμματική ανέβηκε στο βήμα και όταν τα Χειροκροτήματα τέλειωσαν τη βάρδιά τους, μίλησε με το στόμφο που ανέκαθεν τη διέκρινε, ακόμα και τώρα που ήταν περισσότερο περιγραφική παρά κανονιστική.

«Φίλες λέξεις, καλώς ήρθατε στη γιορτή του 2003. Όπως βλέπετε, πολλές από τις συγγενείς και φίλες μας δεν είναι πια κοντά μας. Έσβησαν μαζί με τις πραγματικότητες που τις γέννησαν. Μην κλαίτε, όμως, γιατί κοντά στο θάνατο υπάρχει και ζωή. Κι εμείς οι ελληνίδες λέξεις είμαστε διπλά τυχερές, γιατί ανήκουμε στις λίγες γλώσσες όπου υπάρχει ελπίδα ανάστασης. Χειροκροτήστε, παρακαλώ, μερικές από τις λέξεις που νεκραναστήθηκαν τα τελευταία εκατό χρόνια: Δορυφόρος, Πεζοδρόμιο, Όραμα, Αυτοκίνητο.»

Το Ξάγι χειροκρότησε θερμά τις λέξεις που είχαν ξαναπιάσει δουλειά, θαυμάζοντας, και ενδόμυχα ζηλεύοντας, την καινούργια σημασία που είχαν φορέσει.

«Χαιρετίστε επίσης τα νέα μας Αντιδάνεια. Αυτόν τον αιώνα υιοθετήσαμε πάρα πολλά και γι’ αυτό έχουν οργανώσει μια μικρή γιορτή στη διπλανή αίθουσα, όπου θα σας μιλήσουν γλαφυρά για τις περιπέτειες της παλιννόστησής τους. Διοργανωτές της γιορτής είναι ο Καναπές και το Μπάνιο.»

Δυνατά χειροκροτήματα αντήχησαν σε όλη την αίθουσα προς τιμή των αντιδανείων. «Θα καεί το σημαινόμενο απόψε!» βροντοφώναξε η Τηλεόραση, που είχε πιει λίγη έκθλιψη παραπάνω. Μόλις καταλάγιασαν οι φωνές, η Γραμματική συνέχισε το λογύδριό της:

«Με μεγάλη χαρά και ανακούφιση σας αναγγέλλω ότι και τον 20ο αιώνα γλυτώσαμε από τη λαίλαπα μιας γλωσσικής ακαδημίας. Εξακολουθούμε να ζούμε και να πεθαίνουμε ελεύθερες, χωρίς απαγορεύσεις ή βίαιες παρεμβάσεις για το ποιες από μας είναι σωστές, ποιες πρέπει να αλλάξουν ή να πεθάνουν.»

»Στην αίθουσα Γ, η φίλτατη Ορθογραφία θα σας μιλήσει για τα ήτα και τα ύψιλον που απειλούνται με εξαφάνιση. Δυστυχώς, την τελευταία δεκαετία η παράνομη μονοκαλλιέργεια των γιώτα απειλεί τα ήτα και τα ύψιλον με εξαφάνιση.»

»Τέλος, μια θερμή παράκληση. Επειδή στην τελευταία γιορτή προέκυψαν ορισμένα δυσάρεστα επεισόδια με τις τεχνητές λέξεις, σας παρακαλώ όταν καταφτάσουν οι τεχνητοί νεολογισμοί να επιδείξετε αυτοσυγκράτηση και να μην προβείτε σε σχόλια όπως "τσίρκο τεράτων" ή "εξαμβλώματα". Λίγη ευγένεια δε βλάπτει. Σας θυμίζω ότι δε φταίνε αυτές που γεννήθηκαν έτσι άσχημες και κακόηχες. Την ομάδα των τεχνητών νεολογισμών θα σας τη συστήσει η Τηλεομοιοτυπία.»

Ακούστηκαν γέλια και σφυρίγματα καθώς η Τηλεομοιοτυπία σηκώθηκε να μιλήσει, σέρνοντας με ντροπή την ακαλαίσθητη χασμωδία της. Πριν προλάβει όμως ν’ ανοίξει το άλφα της, κρότοι φοβεροί και δυνατές φωνές στην είσοδο τράβηξαν όλων τα γράμματα.

«Όχι, κυρα-Γραμματική, αυτή τη φορά το λόγο θα τον πάρουμε εμείς οι ίδιες χωρίς τις δικές σου διαταγές!» βροντοφώναξε μια μαυροντυμένη λέξη μπουκάροντας μέσα και σπρώχνοντας τους άλλους καλεσμένους για να περάσει. Καταπόδας ακολουθούσαν και άλλες λέξεις, ντυμένες κι αυτές στα μαύρα, με ύφος οργισμένο. Κραυγές κι επιφωνήματα τρόμου άρχισαν να ακούγονται διάσπαρτα στην αίθουσα και το Ξάγι αναρωτήθηκε τι συνέβαινε. Γρήγορα όμως κατάλαβε και παραλίγο να του φύγει ο τόνος. Οι λέξεις που είχανε μπουκάρει ετσιθελικά στη γιορτή στα τελικά τους γράμματα κρατούσαν γόμες!

«Ο Άγιος Σωσύρ να βάλει το χέρι του!» αναφώνησε δίπλα της η Παρωπίδα, ενώ μπροστά της ο Φράχτης λιποθύμησε. Η Γραμματική έσπευσε ν’ ανέβει στο βήμα, διώχνοντας χωρίς πολλά πολλά την άναυδη Τηλεομοιοτυπία.

«Τι είναι αυτά τα αίσχη; Τι θέλετε και παίρνετε χωρίς λόγο το λόγο στη γιορτή μας;» προσπάθησε να επιβληθεί η Γραμματική, ενώ πίσω της εμφανίστηκαν η Γλωσσολογία και η Νόρμα. Κάτι πολύ κακό πρέπει να συνέβαινε. Το Ξάγι μούλωξε πίσω από το Όρος, που ήταν μεγαλόσωμη λέξη.

«Πουτάνα με λένε,» δήλωσε στεντόρεια η λέξη με τα μαύρα και στάθηκε στο ξέφωτο που είχε ανοιχτεί καταμεσής στην αίθουσα. «Και δεν ντρέπομαι! Εμείς οι κακές λέξεις που μας έχετε του πεταματού ήρθαμε να κηρύξουμε επανάσταση!»

«Δε μας φτάνουν οι απανωτές γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, ενσκήψανε και οι λεξαντάρτες,» ακούστηκε κάποια από το πλήθος.

«Ναι, είμαστε λεξαντάρτες,» φώναξε η Πουτάνα, που το έπιασε το αυτί της. «Εγώ κι οι αδερφές μου στασιάζουμε ενάντια στην τρομοκρατία!»

«Πάλι εγώ;» φώναξε από μέσα στον κόσμο η Τρομοκρατία. «Έλεος πια, αφήστε με λίγο ήσυχη. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έχω τραβήξει η καψερή τα τελευταία χρόνια. Τρομοκρατία από δω, τρομοκρατία από κει, δε με κρατάνε άλλο τα πόδια μου. Αφήστε που με παντρέψανε με το ζόρι μ’ αυτόν τον ηλίθιο, το Διεθνή κι όπου πάω με παίρνει από πίσω. Ξέρετε πόσα μούλικα γέννησα η λέξη μόνο μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια; Με τα λεξιτανίλ κρατιέμαι. Αφήστε με ήσυχη πια, γαμώ το θέμα μου γαμώ!»

«Δε φταις εσύ, Τρομοκρατία,» είπε η Πουτάνα, «ούτε όμως κι εμείς. Και τελευταίοι απ’ όλους φταίνε οι άνθρωποι στους οποίους κάνουμε κακό.»

Μεγάλη ταραχή και φασαρία σηκώθηκε στην αίθουσα. «Εμείς οι λέξεις κάνουμε κακό;» «Καλέ τι λέει;» «Κι ύστερα λένε ότι οι πουτάνες είναι ξύπνιες…» και άλλες αγανακτισμένες διαμαρτυρίες ακούστηκαν από παντού.

«Μην κάνετε τις χαζές,» φώναξε δυνατά η Πουτάνα. «Και καλά κάτι άσχετες όπως η Νεροτριβή, ο Ψαλμός ή το Χαλίκι. Εσύ όμως Κακάσχημε κι εσύ Χοντροκώλα κι εσύ Σακάτη, εσάς δε σας παίρνει να μου καμώνεστε τις αθώες περιστέρες. Ξέρετε πολύ καλά ότι πληγώνετε κάθε φορά που εκστομίζεστε.»

Ο Σακάτης διαμαρτυρήθηκε εντονότατα. «Εγώ τη δουλειά μου κάνω, Πουτάνα. Δε φταίω εγώ που οι άνθρωποι με βάζουν να δουλέψω.»

«Ναι, ρε Πουτάνα! Δεν υπάρχουνε κακές λέξεις, κακοί άνθρωποι υπάρχουν!» φώναξε κάποια άλλη λέξη.

«Ε λοιπόν κάποιοι άνθρωποι θέλουν να πάψουν να κάνουνε κακό!» αντέταξε η Πουτάνα. «Κι ήρθε η ώρα να πάψουμε κι εμείς να προξενούμε κακό άθελά μας. Κουραστήκαμε να τρομοκρατούμε τους ανθρώπους, να τους προκαλούμε ψυχικά κατάγματα, να βλέπουμε τον πόνο στα μάτια τους κάθε φορά που πετιόμαστε στη μούρη τους.»

«Αχ μαζέψτε την!» είπε η Αδιαφορία.

«Υπάρχουν λέξεις ανάμεσά μας που ασκούν τρομοκρατία στους ανθρώπους. Κάθε φορά που ακουγόμαστε, κάποιοι άνθρωποι πληγώνονται, ξεροκαταπίνουν, μαζεύονται ή τρέχουν να κρυφτούν. Δεν είμαστε όλες οι λέξεις αθώες και το ξέρετε. Λαγήνι, μίλα εσύ.»

Από την ομάδα των στασιαστών εμφανίστηκε το Λαγήνι και αφού καθάρισε το στόμιό του πήρε το λόγο:

«Η Πουτάνα έχει δίκιο, φίλες μου. Στην αρχή, όταν πρωτομίλησα μαζί της σε μια ατυχή μετάφραση, δεν καταλάβαινα τι μου ’λεγε. Σιγά σιγά όμως έπιασα το νόημα. Εμένα που με βλέπετε είμαι εντελώς άκακη. Και να με εκσφενδονίσουν με μίσος κατάμουτρα σε κάποιον δεν μπορώ να κάνω κακό. Το πολύ πολύ να σαστίσω τον άνθρωπο που τον αποκάλεσαν "Λαγήνι!" Όμως υπάρχουνε λέξεις που ακόμα και ψιθυριστά να ειπωθούν σκάβουνε μόνιμες βαθιές πληγές στις σάρκες των ανθρώπων.» Το Λαγήνι πήρε ανάσα και συνέχισε:

«Έχετε δει τα μάτια ανθρώπου που μόλις τον έκραξαν "Πούστρα"; Έχετε ακούσει το ξεροκατάπιμα γυναίκας που τη μαστίγωσαν πισώπλατα με τη λέξη "Γεροντοκόρη"; Η κυρά-Γλώσσα, που κάθεται εκεί πίσω και μας κοιτάζει με απάθεια, μπορεί να μην έχει κόκαλα, αλλά για πάτε μια βόλτα στο Πρώτων Βοηθειών να δείτε πόσα κόκαλα ραγίζει κάθε μέρα.»

«Είμαστε όπλα φονικά στα χέρια των ανθρώπων,» είπε η Κωλόγρια, βγαίνοντας μπροστά.

«Κυκλοφορούν τρομοκράτες της καθημερινότητας κι εμείς γινόμαστε όπλα ψυχικής καταστροφής στα χέρια τους,» πρόσθεσε ο Πούστης.

Σιγή κάλυψε την αίθουσα. Πολλές λέξεις έπεσαν σε περισυλλογή· άλλες ήρθαν σε δύσκολη θέση. Όμως η Γραμματική δεν είχε πει τον τελευταίο λόγο.

«Χαριτωμένα τα λέτε, λέξεις μου,» είπε από το βήμα, βροντερή και ηγεμονική όπως μόνο η Γραμματική μπορεί να ακουστεί. «Μόνο που αγνοείτε τους βασικούς κανόνες της Σημασιολογίας. Είστε αυτές που είστε. Το σημαινόμενό σας βρίσκεται βαθιά μέσα στο κουκί σας και δεν μπορείτε να τ’ αλλάξετε μόνες σας. Παίρνει πολύ καιρό για ν’ αλλάξει η σημασία μιας λέξης, πιστέψτε με, και μερικές φορές αλλάζει προς το χειρότερο. Ρωτήστε τον Εμπαθή να σας διηγηθεί τι έπαθε ο δύσμοιρος. Αφήστε τώρα κάτω τις γόμες ήσυχα ήσυχα και σύρετε να φάτε καμιά παρένθεση στον μπουφέ. Άντε να σας χαρώ.»

«Αχ Γραμματική,» μειδίασε περιφρονητικά ο Πούστης. «Παραμένεις δεσποτική όπως πάντα. Νομίζεις ότι οι σημασίες μας είναι γραμμένες σε μάρμαρο και δεν αλλάζουν, γιατί φοβάσαι την αλλαγή, τρέμεις μη χάσεις τους αυστηρούς κανόνες σου κι ο κόσμος αρχίσει να μιλάει όπως νιώθει. Σε πληροφορώ ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι, πιο γρήγοροι, για ν’ αλλάξουμε σημασία.»

Η Γραμματική γέλασε αφ’ υψηλού, αλλά όσες λέξεις ήταν πιο κοντά διέκριναν μια ανησυχία στο γάμα της.

«Φίλες λέξεις, θέλω να σας γνωρίσω τον ξάδερφό μου απ’ την Αγγλία,» ανήγγειλε ο Πούστης. «Από δω ο Γκέι, που θα μας πει τη δική του ιστορία.»

«Καταρχάς, να σας ευχαριστήσω για τη φιλική υποδοχή στη γλώσσα σας, αν και ακόμη κυκλοφορώ με διάφορα φωνήεντα,» είπε ο Γκέι, που σήμερα φορούσε την πιο λιτή ορθογραφία του. «Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Πιθανώς να γνωρίζετε ότι μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια στα μητρικά μου αγγλικά άλλαξα άρδην σημασία. Από "χαρωπός" που σήμαινα στις αρχές του αιώνα, έφτασα να σημαίνω τον "ομοφυλόφιλο", αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τον συνώνυμό μου. Έπαψα να είμαι ύβρις ή κλινική διάγνωση και να ασκώ βία στους ανθρώπους κάθε φορά που προφερόμουν. Έγινα φιλική. Αντί για όπλο καθημερινής τρομοκρατίας έγινα όπλο δύναμης και χειραφέτησης. Με μεγάλη περηφάνια σας λέω ότι έδωσα τα φώτα μου και σε άλλους τόπους και σιγά σιγά λέξεις που μέχρι πρότινος κάνανε κακό έγιναν θετικές και δυναμωτικές.»

Ο Schwul από τη Γερμανία και ο Bøsse από τη Δανία συμφώνησαν κουνώντας περήφανα τα αρχικά τους.

«Αυτό ακριβώς ζητάμε,» πήρε ξανά το λόγο η Πουτάνα. «Οι φεμινίστριες αγωνίστριες έδειξαν πρώτες το δρόμο, παίρνοντας πίσω τις λέξεις που τους έκαναν κακό για αιώνες ολόκληρους. Ήρθε η ώρα να γίνει το ίδιο και στα ελληνικά. Να πάψουμε να είμαστε όπλα ψυχικής καταστροφής στα χέρια των τρομοκρατών της καθημερινότητας!»

«Αχ, ας ανοίξει κάποιος ένα παράθυρο· γέμισε ο αέρας λόγια,» αναστέναξε το Σύννεφο.

«Δεν είναι καθόλου λόγια του αέρα,» επέμεινε η Τσούλα. «Έγιναν πράξη αλλού και θα γίνουν και εδώ!»

«Αυτό είναι εξέγερση! Δεν μπορείτε να αλλάξετε με το έτσι θέλω τη σημασία σας!» ούρλιαξε η Γραμματική. «Εδώ είναι καθωσπρέπει πάρτυ, να σηκωθείτε να φύγετε!»

«Ο καθωσπρεπισμός σε μάρανε!» είπε η Πουτάνα. «Μπορεί στη γιορτή του 2003 να ήρθαμε φορώντας τις παλιές μας σημασίες, αλλά σας προειδοποιούμε ότι προτού βγει στη σύνταξη η πρώτη δεκαετία του αιώνα, πολλές από μας θα έχουμε πάψει να είμαστε τρομοκράτες και θα γίνουμε πρέσβειρες καλής θέλησης στις ψυχές των ανθρώπων.»

«Αφήστε τες να δοκιμάσουν,» ακούστηκε η Αισιοδοξία.

«Και δεν τις αφήνουμε; Στο λήμμα μας θα μας κάτσουν; Μονάχα δεν κλίνουμε κάνα Ρήμα γιατί από κάπου μπάζει;» πρότεινε η Ψύχρα τουρτουρίζοντας.

«Πάντως, να ξέρετε ότι κάποια λόγια θα παραμείνουνε πάντοτε βαριά, όση δίαιτα κι αν κάνουν,» είπε μικρόψυχα η Λαιμαργία.

«Αηδίες, δε βλέπετε εγώ πώς αδυνάτισα;» κόμπασε χαριτωμένα η Τρέλα, που πράγματι είχε χάσει ένα ολόκληρο λάμδα.

«Απαγορεύω τέτοιες ανατρεπτικές αλλαγές!» επέμεινε η Σημασιολογία.

«Σκατά στα φωνήματά σου, χιτλερίσκε!» βροντοφώναξε ο Μπινές. «Ο φασισμός της Γραμματικής δε θα περάσει. Αυτά τα συγκείμενα είναι δικά μας και δικά τους!»

«Καλά, καλά, βρείτε πρώτα ανθρώπους να σας πούνε αλλιώς και μετά ξανασυζητάμε. Μέχρι τότε όλα τούτα είναι κενά νοήματος. Μπορούμε τώρα παρακαλώ να ανεβάσουμε λίγο τη διάθεση;» πρότεινε κατευναστικά η Ενημέρωση, που όλη αυτή την ώρα χαμουρευόταν με μια φτηνιάρα που είχε μπλέξει, την Τηλεοπτική. «Ο Άρτος και το Θέαμα μας έχουν ετοιμάσει ένα σκετσάκι. Το λένε "Σταυροφορία κατά της Τρομοκρατίας".»

«Θα ’θελα να ’ξερα ποιος την πηδάει την Τρομοκρατία και έχει γίνει πρώτο όνομα σε όλα στόματα!» είπε σκάζοντας από ζήλια η Φύρδην στην κολλητή της τη Μίγδην.

 «Αχ, ελπίζω να είναι καλύτερο απ’ το σόου που είχαν κάνει τα Έπεα και τα Πτερόεντα στην περασμένη γιορτή,» ευχήθηκε ο Ευμετάπειστος και κατευθύνθηκε προς τη σκηνή. Σιγά σιγά κόπασε η φασαρία και οι λεξαντάρτες παρασύρθηκαν κι αυτές από το φαντασμαγορικό σόου, στο οποίο έπαιζαν επίσης ένα φοβερό κωμικό ντουέτο, το Σοκ και το Δέος. Το Κέφι, που για λίγο είχε αδιαθετήσει, ήρθε στα καλά του.

Μονάχα το Ξάγι έμεινε σκεφτικό· συλλογιζόταν το ριζικό της. Κακιά δεν ήτανε ποτέ. Ούτε κι ιδιαίτερα καλή. Μια λέξη χρηστική, που ποτέ δε διάβηκε το προοίμιο ενός έπους, ποτέ κανείς δεν την κάλεσε σε ένα ποίημα, ποτέ κανείς δεν την ακούμπησε στο προσκεφάλι ενός μωρού, στα χείλη μιας ερωμένης. Και τώρα πέθαινε. Μπορεί η ζωή των κακών λέξεων που επαναστάτησαν να ήταν μες στα αίματα, αλλά τουλάχιστον είχαν να προσδοκούν ένα αύριο – καλύτερο ή χειρότερο, πάντως ένα αύριο.

Ουφ, μπαΐλντισε. Αν ήταν πράγματι η τελευταία της γιορτή ετούτη δω, καλά θα έκανε να πιει και να γιορτάσει όσο περισσότερο μπορούσε. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, σκέφτηκε.

Εκτός αν είσαι λέξη.

 

© 2006-2010 Λύο Καλοβυρνάς / design by makebelieve