Αστάρτη

Οικογενειακή Γεωγραφία

Πώς φτιάχνεται μια οικογένεια; Ποιες συνιστώσες συντελούν στο να μείνει ενωμένη ή να διαλυθεί; Πώς προσανατολίζεται στη ζωή η μικρή Αστάρτη με τις οικογενειακές συντεταγμένες που έχει; Δεν ήταν σκοπός μου το βιβλίο να πραγματευτεί την παιδεραστία, παρότι αυτή θεωρούν οι περισσότεροι κεντρικό κόμβο του μυθιστορήματος. Περισσότερο με ένοιαζε το πώς βλέπει ένα παιδί τον κόσμο, πώς βλέπουν οι γονείς το παιδί τους, πώς (δεν) διαλύεται ένας άνθρωπος.


Αποσπάσματα

Άλλο νησί

Το πλοίο αφρίζει τα νερά, αλλάζοντας προσωρινά το χρώμα τους σε άλλα μπλε. Η Αστάρτη κρέμεται στην κουπαστή και αγναντεύει το κύμα, τους αφρούς, τα γλαροπούλια που ακολουθούν τον πηγαιμό του φέρρυ.

Σε λίγο φτάνουν στην Αλόννησο, στο νησί που βρίσκεται η μαμά της εδώ και ένα μήνα κάνοντας κάτι στο βυθό της θάλασσας, όπως της έχει εξηγήσει. Η Αστάρτη δεν έχει καταλάβει ακριβώς τι κάνει η μαμά της. Αρ-χαι-ο-λό-γος, ξέρει να λέει όταν τη ρωτούν τι δουλειά κάνει η μαμά της, όμως η λέξη είναι κάπως άδεια, σαν πακέτο από μπισκότα που ξέρεις ότι κάποτε είχε κάτι μέσα αλλά τώρα δεν. Αρχαία… τι είναι αυτά τα αρχαία που ψάχνει η μαμά; Παλιά πράγματα. Μα έχουν ήδη τόσα πολλά παλιά πράγματα, όλα τα πράγματα γίνονται παλιά μετά από λίγο, το ξέρει ήδη αυτό η Αστάρτη, αφού ξέρει τι πάει να πει καινούργιο – όπως καινούργια παιχνίδια, καινούργια παπούτσια, καινούργια παγωτά. Γιατί λοιπόν ψάχνει παλιά πράγματα αφού όλοι θέλουν καινούργια;

«Γιατί μερικά παλιά πράγματα έχουν πολύ μεγάλη αξία, περισσότερη από τα καινούργια,» της είχε εξηγήσει η Μαμά.

«Γιατί;»

«Γαμώ τον Αριστοτέλη και την αιτιοκρατία του!» είχε βλαστημήσει από μέσα της η Μαμά που μερικές φορές κουραζόταν να γεννοβολά εξηγήσεις στα ακατάπαυστα γιατί της μικρής.

«Γιατί μας λένε πολλά πράγματα για το ποιοι είμαστε.»

Έτσι η Αστάρτη είχε μείνει με την εντύπωση ότι η μαμά έψαχνε στο βυθό της θάλασσας για να βρει ποια είναι. Θα μπορούσε να είχε ρωτήσει την ίδια να της πει, ότι είναι η μαμά της, αλλά προφανώς ήθελε να το μάθει και από αλλού, από τα αρχαία.

Πλησίαζαν στην Αλόννησο.

«Μπαμπά, ποιο άλλο νησί είναι αυτό;»

«Τι ποιο άλλο νησί;»

«Άλλο νησί. Αλλόνησο. Γιατί το λένε άλλο νησί;»

«Δεν σημαίνει αυτό. Γράφεται αλλιώς.»

«Δηλαδή είναι ένα άλλο νησί που γράφεται αλλιώς από ποιο;»

«Αστάρτη, κοίτα τώρα το λιμάνι που φτάνουμε. Για δες, τη βλέπεις τη μαμά;»

Το μικρό εδώ μου

Αυτό που θυμάμαι περισσότερο από το σχολείο, από τις χιλιάδες άχρηστες πληροφορίες με τις οποίες βομβαρδιζόμασταν ασταμάτητα, ήταν ο σκώρος της βόρειας Αγγλίας. Από λευκός στο χρώμα κατά τη διάρκεια του προπερασμένου αιώνα σταδιακά σκούρυνε, προκειμένου να εγκλιματιστεί στο μαύρο και βρώμικο περιβάλλον της βιομηχανικής επανάστασης. Μπορεί να μην ήταν σκώρος αλλά κάποιο άλλο ζουζούνι, δεν έχει σημασία. Αυτό που με εντυπωσίαζε και συνεχίζει να με καθηλώνει είναι η προσαρμοστικότητα του ζωυφίου: κάτσε να φορέσω κάτι πιο σκούρο, συλλογίστηκε, μη με βλέπουν και καταλήξω παρελθόν.

Ξέρω γιατί μ' εντυπωσίαζε: Ζήλευα. Ήθελα κι εγώ να μπορώ να προσαρμόζομαι τόσο εύκολα σε δύσκολες καταστάσεις, να μπορώ να αλλάζω χρώμα, να καμουφλάρομαι, να μικραίνω ή να μεγαλώνω ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες. Να μην έχω την ίδια απαράλλαχτη, μονοκόμματη συμπεριφορά που δεν χωρούσε σε στενές καταστάσεις ή ήταν τοσοδούλα σε άλλες χοντρότερες. Αυτή η ευελιξία του γαμημένου σκώρου πολύ με μάγευε στα δύσκολα παιδικά μου χρόνια.

Δεν ξέρω αν ο Δαρβίνος είχε σε όλα δίκιο. Προς το τέλος της καριέρας του έγραψε διάφορες πατατιές σχετικά με τη βιολογική εξήγηση των συναισθημάτων και των εκφράσεων του προσώπου, ότι τάχα το χαμόγελο δεν είναι παρά κατάλοιπο της άγριας γκριμάτσας του ξαδέρφου μας, του μπαμπουΐνου, όταν ήθελε να τρομάξει τους εχθρούς του.

Σε ένα πράγμα πάντως είχε δίκιο. Προσαρμοστικότητα. Όσοι δεν προσαρμόζονται δεν επιζούν σε δύσκολες συνθήκες.

Η Αστάρτη πάσχιζε να βρει τρόπο να προσαρμοστεί. Να επιβιώσει. Εξίσου ανεπίγνωστα όσο και ο σκώρος. Από ένστικτο και μόνο.

Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό, σαν την εκβιομηχανισμένη μαύρη χώρα της βόρειας Αγγλίας. Κλειστά παντζούρια, τραβηγμένες κουρτίνες, γλόμποι χαμηλών βατ. Το τριάρι ήταν γεμάτο παλιοκαιρισμένα έπιπλα, κιτρινισμένες ταπετσαρίες από τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, ένα ψυγείο που παραμιλούσε στον ύπνο του και κανένα ολόκληρο σερβίτσιο. Μες στην παλιατσαρία και τα γηρατειά έμοιαζε κάπως παράταιρη η τεράστια τηλεόραση με επίπεδη οθόνη και ο αποκωδικοποιητής της καλωδιακής, όπως επίσης και ο μεγάλος μπλε καναπές αντίκρυ, αγορασμένος πριν από τρία χρόνια, υπεροπτικά καινούργιος πλάι στις ξεφτισμένες πολυθρόνες.

Οι τοίχοι ακουμπούσαν βαριά πάνω στην Αστάρτη. Εναπόθεταν το βάρος τους άηχα μα αδυσώπητα. Ψηλαφούσε τον τοίχο δίπλα στο μόνιμα άστρωτο κρεβάτι όπου περνούσε σχεδόν όλη τη μέρα, κάθε μέρα, είκοσι μέρες τώρα. Είχε γνωρίσει και πιάσει φιλίες με όλα τα βαθουλώματα, τις δαχτυλιές και τους λεκέδες της κάποτε ίσως υπόλευκης ταπετσαρίας. Συνήθως καθόταν γυρισμένη προς τον τοίχο, με τα γόνατα ανεβασμένα ψηλά στο στέρνο, τα μάτια καρφωμένα στην ταπετσαρία και τα δάχτυλά της να ψηλαφούν τον γεωφυσικό χάρτη της.

Σκεφτόταν κιόλας. Χωρίς να μπορεί να καταστρώσει ευφυή σχέδια διαφυγής, μερικά πράγματα ήταν πρόδηλα ακόμη και στον επτάχρονο εγκέφαλό της:

αυτοί οι άνθρωποι είναι κακοί με πονάνε μου κάνουν πράγματα που δεν μ' αρέσουν κι όταν εγώ λέω πως δεν θέλω με χτυπάνε μου δίνουν χάλια φαγητό που δεν μ' αρέσει και δεν μ' αφήνουν να μιλήσω με τη μαμά μου και τον μπαμπά μου

Συνεχώς γυρόφερνε στο μυαλό της τα λόγια της μαμάς εκείνο το απόγευμα στο πάρκο. Έβαζε και ξανάβαζε την κασέτα στο μυαλό της, πασχίζοντας ν' ανακαλύψει κι άλλες πληροφορίες που ίσως τη βοηθούσαν τώρα. Κάτι που ίσως της είχε πει η μαμά που τώρα θα της χρησίμευε για να τους ξεφύγει. Η μαμά όμως την είχε συμβουλεύσει τι να κάνει για να τους αποφύγει ή αφού τους ξεφύγει. Δεν της είχε δώσει πληροφορίες για το πώς να φερθεί όσο είναι ακόμη στα χέρια τους. Δεν διανοούταν η μαμά πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε ποτέ να συμβεί.

Το μόνο για το οποίο η Αστάρτη ήταν σίγουρη ήταν πως αυτοί οι άνθρωποι ήσαν πολύ κακοί. Αυτό δεν χρειαζόταν τη μαμά της να της το πει. Το έβλεπε στα μάτια τους, στα ίσια χείλη, στα άγαρμπα χέρια. Χάρη σ’ ένα ένστικτο επιβίωσης που πιθανώς όλοι μας αποθηκεύουμε ή ίσως χάρη στις ταινίες που είχε δει στην τηλεόραση, ήξερε πως κινδύνευε. Δεν ήξερε πώς ακριβώς. Ο θάνατος δεν είχε ακόμα βγει να τραγουδήσει στην πίστα της ζωής της και να μονοπωλήσει τα τσαρτ των ανησυχιών της.

Ο πόνος όμως, είτε από μια ωτίτιδα, είτε από τα σκληρά χέρια τους, ήταν παλιός γνωστός, και αρκούσε για να κάνει την Αστάρτη επιφυλακτική.

Από τη στιγμή που την έβγαλαν από εκείνη τη φριχτή βαλίτσα και την απίθωσαν στο κρεβάτι, δεμένη και φιμωμένη, η Αστάρτη ήξερε ότι ο πόνος θα γινόταν συχνός αν όχι μόνιμος συγκάτοικος. Πώς να τον αποφύγει; Πώς να τους ξεφύγει.

Δοκίμασε διάφορες μεθόδους, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Δεν τις κατέστρωσε διεξοδικά, όπως ίσως ένας ώριμος ενήλικας εν επιγνώσει του θα τροποποιούσε τη συμπεριφορά του προκειμένου να επωφεληθεί διάφορων λεπτών καταστάσεων και ισορροπιών. Η Αστάρτη, πιθανώς χάρη στη μικρή ηλικία της αλλά κυρίως χάρη στην ευστροφία της, τροποποιούσε τη συμπεριφορά της λιγότερο μεθοδευμένα αλλά περισσότερο αποτελεσματικά.

Η αρχική θυμωμένη αντίδρασή της δεν ήταν χρήσιμη. Τα χαστούκια και το σελοτέιπ στο στόμα, τα σχοινιά στα χέρια, το επιβεβαίωσαν κάμποσες φορές. Γεια σου, θυμέ, λοιπόν, πήγαινε κάθισε στη θέση σου και μην κάνεις φασαρία γιατί μου δημιουργείς μπελάδες και μελανιές.

Κι εσείς κλάματα, άντε κρυφτείτε κάπου γιατί τους εκνευρίζετε και μετά μου φωνάζουν και με χτυπάνε. Δεν θέλω να με χτυπάνε. Δεν θέλω να πονάω. Οπότε κλείνω τη βρύση των δακρύων.

κάποιες φορές μου λένε ότι είμαι καλό κορίτσι όταν δεν τους εκνευρίζω είμαι καλό κορίτσι και δεν με πονάνε τελικά όλοι οι μεγάλοι θέλουν να είμαι καλό παιδί μόνο που αυτοί εδώ το εννοούν πολύ διαφορετικά κι όταν δεν είμαι καλό παιδί δεν με μαλώνουν όπως η μαμά κι ο μπαμπάς ούτε καν όπως η Γιαγιάννα αυτοί με πονάνε πολύ

Καθόταν λοιπόν ήσυχη, δεν φώναζε, δεν έκλαιγε, δεν ζητούσε πολλά πράγματα και κάπως οι μελανιές υποχωρούσαν χωρίς να αντικατασταθούν από νέες. Όχι βέβαια ότι άρχισαν να της φέρονται τρυφερά· πάντως δεν τη χτυπούσαν. Μέσα στη σχετικότητα του πόνου αυτό ήταν μεγάλη βελτίωση.

Μόνο ένα πράγμα την πονούσε ακόμα πολύ. Όσο κι αν προσπαθούσε, όσο κι αν πρόσταζε στα δάκρυα να μην, εκείνα δεν την άκουγαν. Ήξερε από πριν πότε ετοιμάζονταν να την ξαπλώσουν και να πέσουν πάνω της, να της ανοίξουν τα μωλωπισμένα σκέλια της και να την πονέσουν. Το έβλεπε στα μάτια τους, μια γυαλάδα σαν ύπουλη, άπατη λίμνη, στα ξεκρεμασμένα χείλια, στην ανάσα που μύριζε αλλιώς. Πάχαινε ο αέρας γύρω της.

Αχ αυτό μόνο να μην της έκαναν κάθε τόσο και τα θα άντεχε όλα. Αυτό δεν μπορούσε να το ντύσει αλλιώς, να το στολίσει ή να το κρύψει. Αυτό πονούσε πολύ και έτσουζε!

Πού και πού εκείνος με τα λιγδιασμένα μαλλιά της μιλούσε λιγότερο απότομα.

 

© 2006-2010 Λύο Καλοβυρνάς / design by makebelieve