Πέφτω

“…We’ve been around, we fall, we fly
We mostly fall, we mostly run
And every now and then we try
To mend the damage that we’ve done…”

Λέναρντ Κόεν, The Song of Bernadette

Οι πτώσεις πονάνε περισσότερο ή ο φόβος μας μην πέσουμε; Το πρώτο μυθιστόρημά μου μιλάει για τη Λένα, μια καθημερινή, απλή λεσβία που προτιμά να σκεπάζει το τραυματικό παρελθόν της με πολύχρωμα ριχτάρια χιούμορ και ασχολιών. Να όμως που το άσχημο παρελθόν της έχει χορτάσει ύπνο και τώρα ξυπνά και απαιτεί μερτικό από τις μέρες της.


Αποσπάσματα

Στο βάθος του δάσους υπήρχε μια μικρή λίμνη. Εκεί, δίπλα στο δέντρο που έγερνε πάνω απ’ το νερό προστατευτικά, ερωτικά σχεδόν, εκεί έπεσα.

[…]

Ξεκινήσαμε νωρίς μια Παρασκευή του Ιουνίου, μια ώρα που πίστευα ότι πρέπει να είσαι ξύπνιος μόνο αν έχεις ξενυχτήσει. Ακόμη κι ο ήλιος δεν είχε ανοίξει τα μάτια του ακόμη. Η Μάνια είχε ενέργεια και για τις δυο μας. Ευτυχώς, διότι εγώ ξόδεψα τη λιγοστή που μου απέμενε προσπαθώντας να πειθαναγκάσω τα μάτια μου να μείνουν ανοιχτά.

«Μάνια,» μουρμούρισα με φωνή που ακόμη κοιμόταν, «γιατί δεν φεύγουμε αργότερα, να βλέπουμε πού πάμε;»

«Δεν είπαμε από χθες ότι θα φεύγαμε στις πέντε;» είπε βάζοντας τα μποτάκια της.

«Νόμιζα πως αστειευόσουν...»

«Έλα, ντύσου τώρα, κατεβαίνω να φορτώσω το αυτοκίνητο. Μην αργήσεις!»

«Μα νυστάζω!» διαμαρτυρήθηκα με όλο το βάρος της ασήκωτης νύστας μου.

«Θα σου περάσει. Κι εγώ νυστάζω, αλλά θα δεις τι ωραία διαδρομή που είναι,» είπε και βγήκε έξω.

Ντύθηκα με την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα δημόσιας υπηρεσίας και κατέβηκα με τον αυτόματο πιλότο τα σκαλιά ώς την είσοδο της πολυκατοικίας. Αποφάσισα να κοιμηθώ στο αυτοκίνητο.

[…]

Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω το ρολόι δίπλα μου: 18.15. Η ώρα σέρνεται σαν παιδί που δεν θέλει να πάει για ύπνο. Η Μάνια είπε ότι δεν θ' αργούσε. Κάθε λεπτό που περνά όμως είναι ήδη πολύ αργά. Πόση ώρα; Θα νύχτωνε; Προσπαθώ να κάνω έναν πρόχειρο υπολογισμό: μας πήρε σχεδόν τέσσερις ώρες να φτάσουμε εδώ πάνω από το καταφύγιο. Ήταν όμως ανηφόρα. Η Μάνια περπατάει πιο γρήγορα από εμένα, οπότε θα της πάρει λιγότερο. Μία ώρα παραείναι λίγο. Πες δύο ώρες; παζαρεύω με τον εαυτό μου. Από το καταφύγιο ώς το αμάξι ήταν… εμένα μου φάνηκε αιώνας, αλλά πόσο ήταν πραγματικά; Να ήταν άλλες δυο ώρες; Κάπου εκεί. Και με το αυτοκίνητο ώς το πλησιέστερο χωριό; Αυτό μου είναι παντελώς άγνωστο, διότι κοιμόμουν σε μεγάλο μέρος της διαδρομής, αλλά ακόμη κι όταν δεν κοιμόμουν δεν πρόσεχα. Κάπου δυο ώρες υπολογίζω πολύ αδρά. Κάνω να προσθέσω όλα τα επιμέρους και μου βγαίνει–

Ένα εξάωρο! Δεν είναι δυνατόν. Έξι ολόκληρες ώρες μέχρι να κατέβει η Μάνια, δηλαδή άλλες τόσες μέχρι να ξανανέβει. Εκτός αν στείλουν ελικόπτερο. Γελάω με την ιδέα. Μου φαίνεται αδιανόητα αστείο ότι συμβαίνει σε μένα, τη Λένα Ηλιάδου, του Αριστείδη και της Κυριακής! Να με ψάχνουν με ελικόπτερο, όπως στις ταινίες. Φαντάζομαι πώς θα γινόταν: Η ηρωίδα ακούει τριξίματα στο δάσος γύρω της. Δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα, όμως με σκηνοθετική προβλεψιμότητα είναι σίγουρο ότι κάτι επικίνδυνο παραμονεύει πίσω από την πυκνή βλάστηση. Ο τρόμος ζωγραφίζεται στο εκφραστικό πρόσωπό της. Ξάφνου, μέσα από τα σκοτάδια προβάλλουν δυο μάτια που σπινθηρίζουν. Ένα γρύλισμα τσαλακώνει την ησυχία, κι η ηρωίδα ξέρει ότι η ζωή της απειλείται άμεσα. – Εδώ το σενάριο μπορεί να πάρει δύο τροπές: αν είναι μια κλασική χολλυγουντιανή ή ελληνική ταινία η ηρωίδα απλώς ζαρώνει και κλαυθμηρίζει ανήμπορα. Αν ο σκηνοθέτης είναι κάπως πιο πεφωτισμένος, η ηρωίδα αρπάζει μια πέτρα που εντελώς τυχαία βρίσκεται εκεί δίπλα και την πετάει προς τη μεριά του κακού λύκου. Φυσικά αστοχεί. Φαντάζεστε να τον πετύχει κι ο λύκος να εξαφανιστεί αλυχτώντας κάι κάι κάι! Δεν πάει. – Τέλος πάντων, διαλέγω τη δεύτερη παραλλαγή. Εκεί λοιπόν που ο λύκος αρχίζει να πλησιάζει με διόλου φιλικές διαθέσεις αλλά κάπως διστακτικά, ένεκα κοτρώνας, ακούγεται από ψηλά ο εκκωφαντικός θόρυβος του ελικοπτέρου που επιτέλους εντοπίζει την ανήμπορη παιδίσκη. Ο λύκος όμως δεν υποχωρεί. Η πείνα, βλέπετε. Το σενάριο μπορεί να εξελιχθεί με πολλές παραλλαγές τώρα. Ο ήρωας πυροβολεί τον λύκο· ο ήρωας κρέμεται από ένα σχοινί και τραβάει πάνω την ηρωίδα, με τον λύκο να δαγκώνει τον αέρα από κάτω, στο τσακ χάνοντας λίγο μπούτι ηρωίδας…

Ή έχω δει πολλές ταινίες κι έχω επηρεαστεί ή η φαντασία μου δεν ξεπερνά τον μέσο όρο. Όχι, πρέπει να σκεφτώ κάτι πιο πρωτότυπο! Πεισμωμένη ψαχουλεύω στα ακατάστατα συρτάρια της δημιουργικής φαντασίας μου να βρω κάτι πιο ορίτζιναλ για την ταινία της οποίας πρωταγωνίστρια, σεναριογράφος και σκηνοθέτρια είμαι εγώ. Ο λύκος – μα γιατί να έχει λύκο σώνει και καλά; Ο λύκος απολύεται. Κάνας σεισμός; Μανία με το δράμα που έχω. Το βρήκα! Μια ολιγομελής παρέα γυναικών που ανήκουν στον Ορειβατικό Σύλλογο Λεσβιών Ευρύτερου Άμστερνταμ έχει οργανώσει πολυήμερη εξόρμηση στα ελληνικά βουνά εις αναζήτηση χαμένων, κρυφών ιερών της ατρόμητης θεάς Αρτέμιδος, τα οποία η πατριαρχική κοινωνία έχει φροντίσει να αποσιωπηθούν από τα κατάστιχα της ιστορίας. Όλως τυχαίως περνούν από εκεί που η ηρωίδα, μουά, παλεύει μ' ένα φίδι που αφελώς πίστεψε ότι θα του καθόταν να τη δαγκώσει. Την ώρα που το πνίγει με το ένα χέρι, εμφανίζεται ο όμιλος καλλονών και προσφέρεται να βοηθήσει. Η ηρωίδα φυσικά δεν χρειάζεται βοήθεια με το φίδι (μην είμαστε και υποχρεωμένες), αλλά ναι, θα το εκτιμούσε αν την πήγαιναν στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Η παρέα μικρών Ολλανδέζων θαυμάζει το σθένος και τη ρώμη της νεαρής Ελληνίδας. Κάπου δε μαγεύονται από την αρχαιοπρεπή, λιτή ομορφιά της ηρωίδας, η οποία ως μετενσάρκωση της αρχαίας δυναμικής θεάς αψηφά τον πόνο. Τη σηκώνουν στα στιβαρά χέρια τους και την πηγαίνουν στο νοσοκομείο – όχι, όχι στο νοσοκομείο… στη σκηνή τους ίσως; Θυμάμαι το καταφύγιο και απαυδώ. Στο τροχόσπιτό τους! Ναι, έχουν ένα υπερλούξ, τεράστιο τροχόσπιτο, όπου με πηγαίνουν και με περιποιούνται, μάλιστα δεν έχω ακριβώς σπάσει το πόδι μου, ένα στραμπουληγματάκι είναι, και την ώρα που με περιποιούνται οι πανέμορφες, ξανθιές βαλκυρίες αρχίζουμε να φιλιόμαστε και να ερωτοτροπούμε και όλες τους είναι ξετρελαμένες και με γλύφουν όλες μαζί και –

Τελικά, αν αφήσω τη φαντασία μου ελεύθερη πάντα σε πορνό καταλήγει. Μου άρεσε όμως τόσο πολύ αυτή η βερσιόν! Κι ας μην τέλειωνε μ' ένα ομαδικό πήδημα. Αρκεί να τέλειωνε αυτή η ατέλειωτη αναμονή.

 

© 2006-2010 Λύο Καλοβυρνάς / design by makebelieve